σύνδεση

Γιατί οι άλλοι μπόρεσαν

Γιατί οι άλλοι μπόρεσαν Ο ιδρυτής και πρώτος Πρωθυπουργός της Σιγκαπούρης, Λι Κουάν Γιου, σε περιοδεία στις 3 Αυγούστου 1972, μετά τη νίκη του Κόμματος Λαϊκής Δράσης στις Εθνικές Εκλογές. © ΑΠΕ-ΜΠΕ / EPA / STRAITS TIMES

 

 
Οδυσσέας Αθανασίου, Γιατί αυτοί πέτυχαν. 6 κράτη από τη σκιά στην κορυφή, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, σελ. 482

 

Το βιβλίο του οικονομολόγου και CEO της Lamda Development είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρέμβαση στον δημόσιο διάλογο που ξεπερνά τις συνήθεις πολιτικές αντιπαραθέσεις των συνθημάτων και των παράλληλων μονολόγων. Όπως ο ίδιος δηλώνει, «αυτό το βιβλίο δεν είναι ιστορικό ή οικονομικό δοκίμιο» και εξηγεί ότι: «η πρόθεσή μου δεν είναι να προσθέσω ακόμα ένα θεωρητικό έργο στη βιβλιογραφία ούτε να διεκδικήσω ακαδημαϊκές δάφνες» (σ. 13). Αντιθέτως, επιλέγει έξι παραδείγματα κρατών από το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν προκειμένου να αναδείξει παραδείγματα οικονομικής ανάπτυξης προς μίμηση. Απευθύνεται καταρχάς στους καθ’ ημάς ταγούς, αλλά και στους παρεπιδημούντες στη χώρα μας γενικότερα! Εναλλακτικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μια μεγάλη «Προς Νεοέλληνες Επιστολή», μια διά των ιστορικών παραδειγμάτων προσπάθεια πειθούς για την οδό της (οικονομικής) σωτηρίας.

sel27

Πάνω: Λιμάνι, Σιγκαπούρη, φωτογραφία μεταξύ 1862-1880, του Βρετανού Ουίλιαμ Σόντερς. Μουσείο J. Paul Getty. Κάτω: Πλήθη περιμένουν την νεκρική πομπή για την κηδεία του εκλιπόντος πρώην Πρωθυπουργού Λι Κουάν Γιου να περάσει από το Παντάνγκ στη Σιγκαπούρη, 29 Μαρτίου 2015. © ΑΠΕ-ΜΠΕ / EPA / Tom White

Το βασικό ερώτημα του βιβλίου είναι το ουσιωδέστερο και απασχόλησε εκατοντάδες κοινωνικούς επιστήμονες. Στις 9 Μαρτίου εορτάσαμε τα 250 χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Άνταμ Σμιθ, το οποίο ήταν ακριβώς αφιερωμένο στην Έρευνα για τη φύση και τα αίτια του πλούτου των εθνών. Το ίδιο ερώτημα απασχόλησε πολλούς, όπως τους ιστορικούς του Χάρβαρντ Αλεξάντερ Γκέρσεκρον (Οικονομική υστέρηση σε ιστορική προοπτική)[1] και Ντέιβιντ Λάντις (Ο πλούτος και η φτώχεια των εθνών)[2], καθώς και τους νομπελίστες οικονομολόγους Νταρόν Ατζέμογλου και Τζέιμς Ρόμπινσον (Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη)[3]. Από τους δυο τελευταίους ξεκινά και ο συγγραφέας, γιατί ανέδειξαν την καθοριστική σημασία των θεσμών που προωθούν την ισότητα των ευκαιριών και τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων. Αυτή είναι η άποψη μιας σημαντικής Σχολής Οικονομικής Σκέψης, της Νεο-Θεσμικής, που μετά το 1980 έφερε στο προσκήνιο τον ρόλο των θεσμών στην οικονομική ανάπτυξη. Οι θεσμοί ορίζονται ως ένα σύστημα καθιερωμένων κανόνων που δομούν τις κοινωνικές σχέσεις. Με αυτήν την έννοια, οι θεσμοί αποκρυσταλλώνουν τις κοινωνικές δομές και τις αξίες κάθε συγκυρίας και εγγυώνται τη σταθερότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς[4]. Ταυτόχρονα, οι θεσμοί μέσω των οποίων λειτουργεί η αγορά, είναι υπεύθυνοι για τη δημιουργία κινήτρων ή αντικινήτρων που εξηγούν την αποτελεσματικότητα μιας οικονομικής οργάνωσης ή ενός συστήματος.

Ο Οδυσσέας Αθανασίου αντιλαμβάνεται τους θεσμούς με την πιο στενή τους έννοια, των επίσημων κανόνων που ορίζουν το θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται η οικονομική δραστηριότητα. Θεωρεί συνεπώς ότι οι θεσμοί «από μόνοι τους δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τις διαφορές ανάμεσα σε χώρες» (σ. 20). Υιοθετεί ένα πιο χαλαρό ερμηνευτικό σχήμα και συμπεριλαμβάνει πέραν των θεσμών, άλλους επτά παράγοντες, όπως η ηγεσία, η γεωγραφική θέση, οι γεωπολιτικές συνθήκες, η τεχνολογία, η εθνική κουλτούρα, η ενσωμάτωση μεταναστών και η προσαρμοστικότητα στις αλλαγές. Ο ανομολόγητος και ωστόσο προφανής σκοπός του συγγραφέα είναι να συμβάλει στον εγχώριο διάλογο απαντώντας με τον τρόπο του στο βασανιστικό ερώτημα: «Τι έκαναν οι άλλοι και πέτυχαν που εμείς στην Ελλάδα δεν μπορούμε»; Γι’ αυτό επιλέγει έξι μικρά σε μέγεθος κράτη, όλα μικρότερα της Ελλάδας, τα οποία επίσης δεν διέθεταν πλούσιους φυσικούς πόρους και εξαρτώνται από τη θάλασσα και το διεθνές εμπόριο. Το εγχείρημα είναι ενδιαφέρον και απολαυστικό για τον αναγνώστη.

Ξεκινά με τη Βενετία και την κραταιά εμπορική αυτοκρατορία που δημιούργησε από τον 12ο ως τον 16ο αιώνα. Μια πόλη κυριολεκτικά χτισμένη πάνω στο νερό, που εκμεταλλεύτηκε την προνομιακή της σχέση με το Βυζάντιο, ώσπου στα τέλη του 12ου αιώνα ανεξαρτητοποιήθηκε και επεκτάθηκε σε βάρος του, στην Αδριατική, στο Ιόνιο, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Πηγή δύναμης της Βενετίας ήταν ο συλλογικός τρόπος διακυβέρνησης από την τάξη των εμπόρων που είχαν στραμμένο το ενδιαφέρον τους στο αμοιβαίο συμφέρον από το θαλάσσιο υπερπόντιο εμπόριο. Η εκμετάλλευση της γεωγραφικής απομόνωσης-προστασίας από τους επιδρομείς, οι τεχνολογικές καινοτομίες στη ναυσιπλοΐα και η πολιτική σταθερότητα που εξασφάλιζε το «Μεγάλο Συμβούλιο» ήταν οι λόγοι που η Βενετία επικράτησε στον ανηλεή ανταγωνισμό με τις άλλες ναυτικές «δημοκρατίες» της Ιταλίας, για τις οποίες το βιβλίο λέει ελάχιστα. Ξέρουμε π.χ. από τον μέγα Φερνάν Mπρωντέλ (ο οποίος απουσιάζει από την πλούσια βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος) ότι η «Γαληνοτάτη» μαζί με τη Γένοβα κατάφεραν να ελέγξουν πλήρως το εμπόριο στη Μεσόγειο σε βάρος της Πίζας και του Αμάλφι και εντέλει σε βάρος και της Κωνσταντινούπολης μετά την καταστροφή της από τους Σταυροφόρους το 1204. Με παρόμοιο σύστημα διακυβέρνησης και παράλληλες ναυτικές και χρηματοδοτικές καινοτομίες, η Γένοβα υπερίσχυσε της Βενετίας στα τέλη του 13ου αιώνα καταστρέφοντας μεγάλο μέρος του στόλου της τον Σεπτέμβριο του 1298, στη ναυμαχία όπου ο Μάρκο Πόλο αιχμαλωτίστηκε από τους Γενοβέζους. Και εκεί που «όλοι θα στοιχημάτιζαν 1 προς 10 στην απόλυτη και ολοκληρωτική νίκη της πόλης του Αγ. Γεωργίου», όπως έγραφε ο Μπρωντέλ[5], η Βενετία επικράτησε οικονομικά χάρη στο πυκνό εμπορικό δίκτυο που είχε με την Ανατολή και τα μπαχαρικά της, και τις προνομιακές σχέσεις με τους πελάτες της στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Θέλω να πω ότι στη θέση της πετυχημένης Βενετικής «δημοκρατίας» θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η κραταιά Γένοβα με τα ομοειδή της διακυβερνητικά, τεχνολογικά αλλά και χρηματοδοτικά μέσα, όπως η Banca di San Giorgio (1407-1805) που χρηματοδότησε ακόμα και τα ταξίδια κάποιου Γενοβέζου ναυτικού, ονόματι Χριστόφορος Κολόμβος.

Η Πορτογαλία και η αποικιακή της αυτοκρατορία είναι το επόμενο παράδειγμα πετυχημένου κράτους. Μοιράζεται με τη Βενετία την εξειδίκευση στο διεθνές θαλάσσιο εμπόριο, ως αποτέλεσμα της ναυτοσύνης και της εκμετάλλευσης της ναυτικής τεχνολογίας αιχμής, ήτοι της καραβέλας, της κινέζικης πυξίδας και του αραβικού αστρολάβου. Κατά τα λοιπά, η Πορτογαλία του 1400 ήταν ένα ισχυρό Βασίλειο (λανθασμένα αναφέρεται ως αρχαιότερο της Γαλλίας), χωρίς την ανεξιθρησκία και την ανεκτικότητα της Βενετίας, με μια αυταρχική διακυβέρνηση στηριγμένη σε μια ευάριθμη αριστοκρατία. Εδώ ο ρόλος της ηγεσίας έπαιξε καταλυτικό ρόλο. Έχοντας κερδίσει την ανεξαρτησία της από τους Άραβες τρεις αιώνες πριν από την Ισπανία (αναγνωρίστηκε από τον Πάπα ως Βασίλειο το 1179), θα τους εκδιώξει πλήρως από το έδαφός της το 1249 και θα στραφεί αναγκαστικά στον Ατλαντικό, εκμεταλλευόμενη τη θαλάσσια λεωφόρο που ένωνε τη Γένοβα με την Αμβέρσα και τη Βαλτική. Η στροφή προς την Αφρική ξεκίνησε με την κατάκτηση του λιμανιού της Θέουτα το 1415 από τον πρίγκιπα Ερρίκο τον Θαλασσοπόρο για καθαρά γεωπολιτικούς λόγους: στον Βορρά και στην Ανατολή κυριαρχούσαν οι Ιταλοί και οι Ισπανοί, και ο μόνος ελεύθερος δρόμος ήταν προς τον Νότο και τα ακατοίκητα νησιά του Ατλαντικού όπως η Μαδέρα (1419) και οι Αζόρες (1427). Όπως γράφει ο Πορτογάλος ιστορικός Λουΐς-Φιλίπε Τομάζ[6], το πρώτο βήμα εκτός Ευρώπης για τους Λουζιτανούς είχε εξίσου κατακτητικό όσο και εμπορικό χαρακτήρα. Ο παράπλους των ακτών της Αφρικής προς τον Νότο έγινε σταδιακά και με διαλείμματα μέχρι το 1488, και ο Οδυσσέας Αθανασίου τον περιγράφει πολύ γλαφυρά. Να προσθέσω ότι, σε αντίθεση με τους Ισπανούς που ξεκίνησαν την επέκτασή τους σχεδόν 80 χρόνια αργότερα και εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε μια κατεύθυνση (Κεντρική και Νότια Αμερική), οι Πορτογάλοι επεκτάθηκαν σχεδόν παντού, από τις Αζόρες και τη Βραζιλία στα δυτικά (που δεν ανακαλύφθηκε κατά λάθος), στο Μπογιαδόρ της Δυτικής Σαχάρας και το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στον Νότο, μέχρι την Μοζαμβίκη, το Ορμούζ, την Ινδία, την Κίνα και την Ιαπωνία στην Ανατολή. Στο αποικιοκρατικό-μερκαντιλιστικό μοντέλο των Ισπανών, οι ολιγάριθμοι Πορτογάλοι αντέταξαν το σύστημα της βασιλικής παραχώρησης (capitania donataria) σε ιδιώτες καπετάνιους-γαιοκτήμονες και τη δημιουργία μεγάλων φυτειών για την παραγωγή αποικιακών προϊόντων, στην πλειονότητά τους εισαγόμενων φυτών από τη Βόρεια Αφρική και την Αραβία[7]. Ακριβώς επειδή ήταν λίγοι, οι Πορτογάλοι ξεκίνησαν από νωρίς (1441) την αρπαγή και το εμπόριο σκλάβων ως εργατική δύναμη στις φυτείες ζάχαρης της Μαδέρας και κακάο της Βραζιλίας. Το 94% των 12 εκατομμυρίων Αφρικανών σκλάβων κατευθύνθηκαν σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα Λατινική Αμερική[8] και οι Πορτογάλοι ήταν μεταξύ των πρωταγωνιστών.

sel28a

Καναλέτο, Ο Μώλος, Βενετία, περ. 1735, Μουσείο Τέχνης Κίμπελ, Φορτ Γουόρθ, Τέξας.

Η Ολλανδία είχε πολλά κοινά και με τις δύο παραπάνω ναυτικές δυνάμεις, περισσότερες όμως με τη Βενετία λόγω της έλλειψης φυσικών πόρων, της αέναης μάχης με τη θάλασσα και τις πλημύρες, και κυρίως λόγω του συμμετοχικού μοντέλου διακυβέρνησης και της κουλτούρας ανοχής των ξένων. Όσο αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία τους από την Ισπανική Αυτοκρατορία των Αψβούργων (1648), οι επτά ενωμένες επαρχίες των Κάτω Χωρών έσπευσαν να καλύψουν τα κενά που άφηνε η υπερεκτεταμένη Ισπανία, ανταγωνιζόμενες τη νέα ανερχόμενη δύναμη της Αγγλίας. Οι καινοτομίες στη ναυπηγική, στην οργάνωση πολυμετοχικών εταιρειών και στους χρηματοπιστωτικούς θεσμούς, αλληλοεπέδρασαν με τον σκληραγωγημένο χαρακτήρα των ναυτικών και την καλβινική αυστηρότητα των εμπόρων για να δημιουργήσουν, όπως σωστά επισημαίνει ο συγγραφέας (σ. 127), το λίκνο του καπιταλισμού. Ξεκινώντας από την Ινδονησία (1619) και τη Βόρεια Αμερική (ίδρυση του Νέου Άμστερνταμ 1624, σήμερα Νέα Υόρκη), οι Ολλανδοί έφτασαν μέχρι τη Νέα Ζηλανδία και την Τασμανία (1642), ακολουθώντας το μικτό μοντέλο των Πορτογάλων με τη συνεργασία του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την μονοπωλιακή εκμετάλλευση των αποικιακών προϊόντων. Δυστυχώς τους αντέγραψαν και στην άθλια πρακτική του δουλεμπορίου, το οποίο εγκατέλειψαν πολύ αργά, το 1873 (σ. 178). Από τις άλλες ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις, αντέγραψαν την οργάνωση της Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών (1600) και ίδρυσαν δυο δικές τους στην Ανατολή (1602) και τη Δύση (1624). Με βάση την εμπειρία του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων της Μπριζ και της Αμβέρσας, ίδρυσαν το δικό τους ήδη από το 1530 και επιπλέον ένα χρηματιστήριο αξιών (1611) στο πρότυπο αυτού της Ισπανικής Αμβέρσας, όπου δραστηριοποιούνταν οι Γενοβέζοι έμποροι-τραπεζίτες[9]. Εκεί που πρωτοτύπησαν πραγματικά οι Ολλανδοί ήταν στην ίδρυση της Τράπεζας του Άμστερνταμ (Wieselbank, 1609), της πρώτης Κεντρικής Τράπεζας στον κόσμο. Εκεί όμως που διέφεραν από τις δυο προηγούμενες περιπτώσεις είναι ότι οι Ολλανδοί, παρά το ότι έχασαν τα πρωτεία από τη ναυτική ισχύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, δεν παράκμασαν ποτέ, όπως οι Βενετοί και οι Πορτογάλοι που παρέμειναν στην αίγλη του ένδοξου παρελθόντος.

Ο Οδυσσέας Αθανασίου αναφέρεται εν συνεχεία στα παραδείγματα τριών σύγχρονων κρατών που εντυπωσιάζουν με τις οικονομικές επιδόσεις τους. Η Σιγκαπούρη είναι ένα νεότευκτο κράτος 60 μόλις ετών, ένα νησί στην άκρη της Μαλαισίας, λίγο μικρότερο από την Κεφαλονιά. Ευνοημένο από τη γεωγραφική του θέση, αλλά και εντελώς αδικημένο από την πλήρη έλλειψη φυσικών πόρων (ακόμη και νερού), το κράτος της Σιγκαπούρης κατοικείται από 6 εκατομμύρια κατοίκους (κατά 75% Κινέζους) και ζει από το εμπόριο, τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, αλλά και τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Βρετανική αποικία από το 1819 ως το 1959 (εκτός της περιόδου της Ιαπωνικής κατοχής), έγινε ανεξάρτητη από τη Μαλαισία στις 9 Αυγούστου 1965. Χάρη στην πεφωτισμένη ηγεσία του πρώτου της Πρωθυπουργού Λι Κουάν Γιου (Lee Kuan Yew) που κυβέρνησε για τρεις δεκαετίες, εφάρμοσε ένα μοντέλο κρατικού καπιταλισμού, εξαιρετικά φιλικού προς τις επενδύσεις, με χαμηλή φορολογία και ελάχιστη γραφειοκρατία (σ. 249). Αυτή η πολιτική προσέλκυσε πάρα πολλές άμεσες ξένες επενδύσεις, με αποτέλεσμα, όπως λέει ο συγγραφέας, τα δυο τρίτα της εθνικής παραγωγής να προέρχονται από ξένες επιχειρήσεις. Εκτός από το μικρό μέγεθος της χώρας, τον τρόπο διακυβέρνησης και τη σχέση με το εμπόριο και τη θάλασσα, η Σιγκαπούρη μοιράζεται με τη Βενετία και την Ολλανδία μια κοινή κουλτούρα ανεκτικότητας και πλήρους ενσωμάτωσης των ξένων. Κατά τα άλλα αποτελεί μια μοναδική περίπτωση μετεωρικής οικονομικής και κοινωνικής προόδου.

sel28b

Ολλανδικά πλοία σε ξένο λιμάνι. Έργο του Γιαν Άμπραχαμς Μπίερστρατεν, 1658. Rijksmuseum, Άμστερνταμ.

Η Νότια Κορέα είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Ένας αρχαίος λαός με ιστορική συνέχεια και εθνική ομοιογένεια, σε μια χώρα μικρότερη της Ελλάδας, που βρίσκεται σε μια γωνιά της Ασίας, και που ποτέ δεν απείλησε κανέναν, ενώ αποτελούσε πάντα δέλεαρ των μεγάλων γειτόνων της, της Ιαπωνίας και της Κίνας. Μετά τον διαμελισμό της το 1953, ως συνέπεια του Ψυχρού Πολέμου, η Νότια Κορέα ήταν ακόμη μια φτωχή χώρα, όσο και οι περισσότερες χώρες της Αφρικής (σ. 303). Έζησε τρεις δεκαετίες υπό δικτατορικό καθεστώς και από το 1987 λειτουργεί στα πρότυπα μιας δυτικής δημοκρατίας, με μεγάλα όμως ζητήματα διαφθοράς (σ. 312) και δραματικό πρόβλημα δημογραφικής γήρανσης και υπογεννητικότητας (σ. 341), το οποίο στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας ήταν το χαμηλότερο στον κόσμο[10]. Ωστόσο, η Κορέα αποτελεί πρότυπο βιομηχανικής ανάπτυξης και εμπορικής εξωστρέφειας. Η βιομηχανία της παράγει το 50% του ΑΕΠ, το συνολικό ύψος του οποίου ξεπερνά σήμερα τα 1,9 τρισεκατομμύρια δολάρια (ανάλογο της Ισπανίας και της Αυστραλίας) και με ένα εμπορικό πλεόνασμα περίπου 100 δισ. δολάρια. Προσθέστε σε αυτό και την ακμάζουσα πολιτιστική βιομηχανία της Κ-pop κουλτούρας τα τελευταία είκοσι χρόνια που ανταγωνίζεται ευθέως την αγγλοσαξονική μουσική και κινηματογραφική παραγωγή. Το «μυστικό» της επιτυχίας κατά τον Οδυσσέα Αθανασίου βρίσκεται στην ύπαρξη μεγάλων βιομηχανικών οικογενειακών επιχειρήσεων, γνωστών ως chaebol, όπως η Samsung και η Hyundai που πρωτοπορούν παγκοσμίως στηρίζοντας την ανάπτυξη και την απασχόληση (σ. 309). Η έμφαση στην εξαγωγική βιομηχανία προϋποθέτει την ύπαρξη επενδύσεων σε τεχνολογίες αιχμής και συνεπώς μεγάλες δαπάνες στην Έρευνα και την Ανάπτυξη. Όπως διαβάζουμε, «η Νότια Κορέα είναι η 5η χώρα παγκοσμίως σε απόλυτες δαπάνες για Ε&Α» (σ. 330), πίσω από τις μεγαλύτερες και οικονομικά ισχυρότερες χώρες. Φυσικά, ούτε λόγος σύγκρισης του 4,5% του ΑΕΠ της Κορέας, με το 1,5% της Ελλάδας!

Αυτό είναι άλλωστε και το μόνο κοινό σημείο με την τελευταία περίπτωση που εξετάζει το βιβλίο, της Εσθονίας, της «τεχνολογικής πρωτεύουσας της Ευρώπης» (σ. 347). Έχει έκταση 45 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, το μισό της Ν. Κορέας, και πληθυσμό μόλις 1,4 εκατ. κατοίκους, όσο η 6η μεγαλύτερη πόλη της Κορέας, η Γκουάνγκτζου. Γιατί η Εσθονία αποτελεί πρότυπο; Μια μικρή ανομοιογενής κοινωνία (69% Εσθονοί, 25% Ρώσοι) που «έδιωξε» τους Γερμανούς και τους Εβραίους από τη χώρα, διατηρώντας ωστόσο την πειθαρχία των πρώτων και την ευρηματικότητα των δεύτερων, και η οποία αισθάνεται μονίμως την υπαρξιακή απειλή της Ρωσικής Αρκούδας (πραγματική ή ρητορική, δεν έχει σημασία). Ο Οδυσσέας Αθανασίου γράφει ευφυώς ότι μετά το 1991 «οι Εσθονοί δεν γύρισαν απλώς σελίδα, έκαψαν ολόκληρο το βιβλίο της προηγούμενης διοίκησης» (σ. 393). Ωστόσο, η μνήμη δεν σβήνεται εύκολα ούτε ως κακή ανάμνηση, ούτε ως τεχνολογική κληρονομιά, όπως αναγνωρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Το Ταλίν, άλλωστε, υπήρξε κέντρο της τεχνολογίας για τον σοβιετικό δορυφόρο Σπούτνικ» (σ. 378). Ο μεταρρυθμιστικός πυρετός, η εμπιστοσύνη στη νέα γενιά πολιτικών (προφανώς αμόλυντων από το σοβιετικό παρελθόν), η έμφαση στην εκπαίδευση και την καινοτομία και η τυφλή πίστη στην ψηφιακή τεχνολογία –«δεν μπορείς να δωροδοκήσεις έναν υπολογιστή» είπε κάποτε ένας Πρόεδρος της Εσθονίας (σ. 379)– είναι οι βασικοί παράγοντες της οικονομικής προόδου της χώρας.

Δικαίως ο αναγνώστης αναρωτιέται στο τέλος αν υπάρχει μια συνταγή επιτυχίας που εγγυάται την υλική ευημερία μιας χώρας. Όχι δυστυχώς, και ο συγγραφέας δεν καλλιεργεί ψευδαισθήσεις: «η επιτυχία δεν ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία» (σ. 466), και όπως φάνηκε από την ανάλυσή του, εντέλει «η καθεμιά χώρα ακολούθησε τη δική της μοναδική πορεία» (σ. 464). Τα τρία ιστορικά παραδείγματα που επέλεξε έχουν μεταξύ τους πολλές ομοιότητες και άλλες τόσες διαφορές. Ολιγαρχία στη Βενετία, Μοναρχία στην Πορτογαλία και Δημοκρατία στην Ολλανδία. Φυσικοί περιορισμοί στην Βενετία και την Ολλανδία με ανοιχτές κοινωνίες, απομόνωση στην άκρη της Ευρώπης για την Πορτογαλία με ελάχιστες εξωτερικές επιρροές. Κοινό σημείο των τριών η ναυτιλία και η αποικιοκρατία με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Κρίσιμος ο ρόλος της φωτισμένης ηγεσίας στην Πορτογαλία, σε πλήρη αντίθεση με τη δημοκρατική διαβούλευση στα αριστοκρατικά έστω συλλογικά όργανα των άλλων δυο.

sel28c

Αναχώρηση από τη Λισαβώνα για τη Βραζιλία, τις Ανατολικές Ινδίες και την Αμερική. Χαρακτικό του Τεοντόρ ντε Μπρυ από τον τόμο Americae Tertia Pars. Ο τόμος περιέχει, μεταξύ άλλων, την αφήγηση της αιχμαλωσίας του Χανς Στάντεν από τη φυλή των ιθαγενών Τουπιναμπά.

Το ίδιο αποκομίζει ο αναγνώστης και από τη σύγκριση των τριών σύγχρονων παραδειγμάτων. Η Εσθονία δεν στερείται πόρων όπως η Σιγκαπούρη. Η Κορέα είναι κατά 96% ομοιογενής εθνολογικά, σε αντίθεση με την πλειοψηφικά ομοιογενή Εσθονία και την απολύτως ανομοιογενή Σιγκαπούρη. Μπορεί και οι τρεις χώρες να είναι σπασίκλες μαθητές της υψηλής τεχνολογίας, αλλά η σύνθεση του ΑΕΠ μεταξύ τους διαφέρει: η Σιγκαπούρη είναι εμπορικό και χρηματοπιστωτικό κέντρο, η Κορέα είναι βιομηχανικός κολοσσός και η Εσθονία είναι ένας μικρός ψηφιακός παράδεισος. Όσο για το μοντέλο διακυβέρνησης, απ’ όλα έχει ο μπαξές: φωτισμένη δεσποτεία στη Σιγκαπούρη, τρεις δεκαετίες δικτατορίας στην Νότια Κορέα και συμμετοχική δημοκρατία με αιχμή της τη νέα γενιά στην Εσθονία.

Στο τέλος ο συγγραφέας αναζητεί μια οδό διαφυγής στο πολυσήμαντο ερώτημα που έθεσε «Γιατί αυτοί πέτυχαν» υπογραμμίζοντας: «αυτό που καθορίζει την πορεία ενός κράτους είναι η συλλογική κουλτούρα, η νοοτροπία των πολιτών του. Με τους θεσμούς και τη διακυβέρνηση να αποτελούν ανάλογα με την ποιότητά τους κίνητρα ή αντικίνητρα για τη δράση και τη συμπεριφορά των πολιτών» (σ. 405). Λίγοι θα διαφωνούσαν με αυτήν τη διαπίστωση, η οποία έχει παρεμπιπτόντως θεμελιωθεί και θεωρητικά από τον Ντάγκλας Νορθ[11], μεταξύ άλλων, αλλά και παλιότερα από τους Κλασικούς της Πολιτικής Οικονομίας, όπως ο Σμιθ και ο Μιλλ ο νεότερος.

Τελικά τι μάθαμε από αυτό το βιβλίο; Μάθαμε πολλά και χρήσιμα, όπως τη σημασία της ιστορίας, τον κρίσιμο ρόλο της δημόσιας εκπαίδευσης, την ανάγκη συλλογικού οράματος στο οποίο να συμφωνούν οι περισσότεροι πολίτες και φυσικά τον κρίσιμο ρόλο της χρηστής διακυβέρνησης. Η γεωγραφία και η έλλειψη φυσικών πόρων δεν μεταβάλλονται, οι πληθυσμοί μετακινούνται, οι ιστορικές συγκυρίες αλλάζουν συνεχώς και οι καλοί ηγέτες πάνε κι έρχονται (οι κυβερνήσεις πέφτουνε όπως λέει και το τραγούδι). Και τι μένει στο τέλος; Αυτό που λέει ο συγγραφέας στην ακροτελεύτιά του φράση: «Γιατί στο τέλος η ανάπτυξη δεν είναι απλώς μια θεωρία – είναι ζήτημα βούλησης». Το ζήτημα είναι αν όντως θέλουμε, εν γνώσει των κόπων και των δυσάρεστων αποφάσεων που συνεπάγονται.

 

 

29 800

Πάνω: Public Living Room (Δημόσιο Καθιστικό), Vitra Design Museum, 2017, μικτή τεχνική, Μπιενάλε Σχεδιασμού της Γκουανγκτζού (Gwangju Design Biennale), Νότια Κορέα. Κάτω: Κόσμος παρακολουθεί συναυλία για την 100ή επέτειο της ανεξαρτησίας της Εσθονίας (και της Φινλανδίας) στην Πλατεία Ελευθερίας, στο Ταλίν της Εσθονίας στις 10 Ιουνίου 2017. © ΑΠΕ-ΜΠΕ / EPA / Raul Mee


 

[1] Alexander Gerschenkron, Economic Backwardness in Historical Perspective (Belknap Press, HUP, 1962).

[2] David S. Landes, The Wealth and Poverty of Nations: Why Some are So Rich and Some So Poor (W.W. Norton, 1998). Ελληνική έκδοση: Ο πλούτος και η φτώχεια των εθνών. Γιατί μερικά έθνη είναι τόσο πλούσια και μερικά τόσο φτωχά, μτφρ. Μ-Α. Αλαβάνου, επιμ. Κ. Μελάς, Λιβάνης, 2005.

[3] Daron Acemoğlu, James A. Robinson, Why Nations Fail: The Origins of Power, Prosperity, and Poverty (Crown Publishers, 2012). Ελληνική έκδοση: Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη. Οι καταβολές της ισχύος, της ευημερίας και της φτώχειας, μτφρ. Μαρία Οικονομίδου, Λιβάνης, 2013.

[4] Douglass C. North, (1990), Θεσμοί, θεσμική αλλαγή και οικονομική επίδοση, μτφρ. Μαριλία Πυλαρινού, επιμ. Θ. Πελαγίδης, Παπαζήσης, Αθήνα 2006· Douglass C. North, (1981), Θεσμοί και μεταβολές στην οικονομική ιστορία, μτφρ. Ακριβή Αλεξιάδη, Κριτική, Αθήνα 1999.

[5] Fernand Braudel, Civilisation matérielle, économie et capitalisme, XVe-XVIIIe, 3 vols., Arman Colin - Livre de Poche, 1979 (ΙΙΙ, 124).

[6] Luís Filipe Thomaz, L’expansion portugaise dans le monde, XIV-XVIII siècles, Éd. Chandeigne, Παρίσι 2018, 57.

[7] Ό.π.

[8] Paul Bairoch, Victoires et déboires. Histoire économique et sociale du monde du XVIe siècle à nos jours, 3 vols., Gallimard, Παρίσι 1997 (ΙΙ, 690).

[9] Fernand Braudel, ό.π., ΙΙΙ, 179.

[10] Reuters, 24.2.2021, https://tinyurl.com/z23faahz

[11] Douglass C. North, (1990), ό.π.

banner 970x250 b