Η εφημερίδα «Καθημερινή» δεν έχει ακόμη αποδοκιμάσει τα μισαλλόδοξα κείμενα του influencer Στάθη Καλύβα, καπήλου της μνήμης της Λέλας Καραγιάννη και άλλων πατριωτών. Ο οποίος δεν είχε την ανθρωπιά (ούτε βέβαια και την ευφυία!) να σιωπήσει ακόμη και όταν εμφανίστηκαν οι φωτογραφίες των 200 Ελλήνων που οδηγήθηκαν στο γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα, ομήρων από το 1936 της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ιστορικά τεκμήρια τα οποία αγόρασε η Ελληνική Κυβέρνηση χωρίς να ζητήσει την άδεια του Καλύβα.
Προσπαθεί ο εν λόγω influencer να διαγράψει από την ιστορική μνήμη τα 200 θύματα των ναζιστών (βαφτίζοντάς τους «200 κομμουνιστές», λες και έτσι «δικαιολογείται» το έγκλημα) συνεπικουρούμενος από έναν κύκλο γλοιωδών «ακολούθων» του που προσπαθούν να παρουσιάσουν τον Καλύβα ως θύμα! Από την άλλη, κάποιοι χρόνια τώρα, οικειοποιούνται en block τη θυσία τους.
Όταν ο Γερμανός διοικητής του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Καρλ Φίσερ, για να μην χάσει έναν πολύγλωσσο διερμηνέα, πρότεινε να χαρίσει την ζωή στον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, εκείνος απέρριψε την πρότασή του. Δεν θέλησε να εκτελεστεί άλλος στη θέση του. Ο Φίσερ επανήλθε με το «ακαταμάχητο» ναζιστικό επιχείρημα ότι θα εκτελεστεί στη θέση του ένας Εβραίος ή ένας ανάπηρος! Εκείνος όμως και πάλι αρνήθηκε. Στην ιστορία της Ανθρωπότητας αλλά και στην ιστορία της Ελλάδας θα μείνει για πάντα καταγεγραμμένη η υπέρτατη πράξη του ουμανιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Ματαιοπονούν ο Καλύβας και διάφοροι πρωταθλητές της πιο αχρείας εφημεριδοσύνης προσπαθώντας να τον εξαφανίσουν, να δολοφονήσουν τη μνήμη του Σουκατζίδη και των «200». Διότι ο Άγγελος της Ιστορίας έφερε στο φως αψευδή τεκμήρια 82 χρόνια μετά το –από κοινού– μαζικό έγκλημα, των ελλήνων δωσιλόγων και των γερμανών ναζί. Σε όλους αυτούς αφιερώνουμε δύο φλογερά πατριωτικά γράμματα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη γραμμένα την 25η Μαρτίου 1941 ως κάρφος στα μάτια και των εμφυλιοπολεμικών βρικολάκων του δωσιλογισμού αλλά και των καπήλων της θυσίας του.
Αποδείξαμε με ιστορικά τεκμήρια τη μοχθηρία και την επιστημονική ανεπάρκεια του Καλύβα, ο οποίος –αμετανόητος– κατάφερε ξανά ξεκινώντας (ανιδιοτελώς) με το ντοκιμαντέρ του Α. Παπαχελά για την «17 Νοέμβρη», να καταλήξει μιλώντας για «την ενορχηστρωμένη συγκίνηση για τους “200 της Καισαριανής”» («Καθημερινή», 22.3.2026). Θα συνεχίσουμε ώσπου η «Καθημερινή» να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια: ότι από τις 29 Οκτωβρίου 1940 ζήτησαν να πολεμήσουν «στην πρώτη γραμμή της φωτιάς για την υπεράσπιση της γλυκιάς πατρίδας», ακόμη και υπό την δικτατορική κυβέρνηση, η οποία διέπραξε το έγκλημα να τους κρατήσει ομήρους και τελικά να τους παραδώσει στους κατακτητές. Θα συνεχίσουμε ώσπου το Κέντρο Πολιτισμού - Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στο οποίο διορίστηκε Πρόεδρος, να αποδοκιμάσει την ωμή προπαγάνδα του και να τιμήσει με μια έκθεση ή/και ένα επιστημονικό συνέδριο μη «στρατευμένων» ιστορικών (παρά την σπάνιν τέτοιων προσώπων) την μνήμη των εκτελεσθέντων Ελλήνων στην Καισαριανή και στο Χαϊδάρι.
Ναπολέων προς τον πατέρα του
25/3/1941
«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά…»
Μαζί με τους πανέλληνες, πατερούλη, γιορτάζουμε κι εμείς τη μεγάλη σημερινή μέρα με την ακλόνητη πίστη στην καρδιά πως ένας λαός που έχει τέτοιες μέρες στην Ιστορία του δε μπορεί να πεθάνει. Μόνο που θα θέλαμε κι εμείς, όλοι εμείς που είμαστε κλεισμένοι εδώ μέσα, να βρισκόμασταν μαζί με τα ηρωικά μας εκείνα παλικάρια που με το ντουφέκι στο χέρι γράφουν με το αίμα τους την καινούργια ένδοξη εποποιΐα του ελληνικού λαού. Και ζητήσαμε και ξαναζητήσαμε από τους αρμόδιους και τους υπεύθυνους να σταλούμε στην πρώτη γραμμή της φωτιάς. Αυτό έλεγα και σ’ εσένα να ζητήσεις για μένα με την κάρτα μου της 24/2. ‒ Λυπήθηκα πολύ-πολύ με το θάνατο του Λάμπη. Πέθανε γρήγορα, πέθανε νέος. Πέθανε όμως λευκός, αγνός, τίμιος στρατιώτης ενός τίμιου αγώνα. Σ’ όλους τους δικούς του που θα δεις και να πεις στ’ αδέλφια του σαν κατεβείς στο Ηράκλειο, να πεις και τα δικά μου και όλων των φίλων μου που γνώριζαν κι εχτιμούσαν πολύ το Λάμπη, τα θερμά συλλυπητήρια. Σαν κατεβούμε καμιά φορά κάτω με το καλό, ένα από τα πρώτα μας καθήκοντα θα ’ναι να τιμήσουμε τη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας. ‒ Η κορούλα σου [Χαρά] είναι καλά, αγαπιόμαστε πάντα πολύ-πολύ κι αλληλογραφούμε συχνά. Δε θέλει και πολύ να κατέβει κάτω, μόνο και μόνο για να μη μας χωρίζει τόσο μεγάλη απόσταση. Θέλω να την αγαπάς, θέλω να τη λατρεύεις. Ο Σιγανός είναι καλά και σε χαιρετά. ‒ Τους χαιρετισμούς μου σ’ όλους. Το προηγούμενο γράμμα σου δεν ήρθε. Μόλις πάρεις λεφτά στείλε μου χίλιες δραχμές.
Φιλιά
Ναπολέων
Μη χάνεις ποτέ, πατερούλη, την αισιοδοξία σου. Γρήγορα θα σμίξουμε. Πίστεψέ με. Ναπ.
Ναπολέων προς Χαρά
25/3/41 (23)
«Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή»
Γιορτάζουμε, αγαπούλα, κι εμείς σήμερα εδώ τη μεγάλη μέρα με την πίστη πως ένας λαός που έχει τέτοιες μέρες στην Ιστορία του δε μπορεί να πεθάνει. Κι εσύ, αγαπούλα, δεν πιστεύεις απόλυτα σ’ αυτό το πράμα; Δεν πιστεύεις κι εσύ, αγαπούλα, πως δεν μπορούνε να πάνε στα χαμένα τόσοι και τόσοι αγώνες του ελληνικού λαού, τόσες και τόσες θυσίες του, μαζί κι οι εκατόμβες που προσφέρει σήμερα στο βωμό της ελευθερίας; Δεν πιστεύεις κι εσύ, αγαπούλα, πως πάντα περήφανοι για το πως είμαστε Έλληνες, θα βρεθούμε σύντομα κι εμείς λεύτεροι κι ευτυχισμένοι στο ειρηνικό και τίμιο σπιτικό μας μαζί-μαζί με τους αγαπημένους δικούς μας; Μόνο που τώρα, αγαπούλα, δεν ήθελα, δεν έπρεπε να ’μαι δω. Ήθελα κι έπρεπε να ’μαι κι εγώ μαζί με το Γιαννιό μας, μαζί μ’ όλα τα ηρωικά μας παλικαρόπουλα που με το αίμα τους βάφουν τις χιονισμένες βουνοκορφές της Αλβανίας, γράφοντας έτσι τόσο λαμπρά, τόσο ένδοξα την καινούργια εποποιία του Ελληνικού λαού. Κι αυτό το ζητήσαμε και το ζητάμε όλα, μά όλα τα παιδιά που βρισκόμαστε δω, το ζητήσαμε και τα ξαναζητήσαμε και το ξαναζητάμε. Κι αν, αγαπούλα, μας αφήσουν μια στιγμή για να τραβήξουμε και μεις κει ψηλά, θα ’ρθεις κι εσύ μαζί μου; Για πες μου, αγαπούλα. Μπορείς όμως να σηκώσεις το τουφέκι; Για δοκίμασε να μου πεις. Εγώ θα σου μάθω πώς να σημαδεύεις και πώς να σκοτώνεις τους εχτρούς της πατρίδας. Σ’ αγαπώ τόσο, μα τόσο πολύ, αγαπούλα, και φιλιά γλυκά-γλυκά.
Ναπολέων

