To 2017 κυκλοφόρησε η κινηματογραφική ταινία Πράξεις εκδίκησης (Acts of Vengeance) σε σκηνοθεσία του Άιζακ Φλορεντάιν. O πρωταγωνιστής είναι ένας Αμερικανός δικηγόρος –τον υποδύεται ο δημοφιλής Αντόνιο Μπαντέρας– που βιώνει ιδιαίτερα δύσκολες περιστάσεις ύστερα από την ανεξιχνίαστη δολοφονία της συζύγου και της κόρης του. Κατά τη διάρκεια μιας ατυχούς γι’ αυτόν συμπλοκής προσγειώνεται τραυματισμένος στην προθήκη ενός βιβλιοπωλείου από την οποία αφαιρεί ένα αντίτυπο των Τὰ εἰς ἑαυτὸν του Μάρκου Αυρηλίου για να σταματήσει την αιμορραγία. Το βιβλίο αυτό αποσπά την προσοχή του και μελετώντας το μυείται στις πολεμικές τέχνες και μεταμορφώνεται σε έναν νίντζα εκδικητή. Αρχικά, θα εξουδετερώσει μόνος του μια επικίνδυνη συμμορία και στη συνέχεια θα εντοπίσει τον υπαίτιο της διπλής δολοφονίας, θα συγκρουστεί βίαια μαζί του και θα τον παραδώσει, μετά από πολλούς δισταγμούς, στη δικαιοσύνη για να δικαστεί. Πώς θα αντιδρούσαν οι αρχαίοι Στωικοί, εάν παρακολουθούσαν αυτή την ταινία; O ίδιος ο Μάρκος Αυρήλιος θα καταδίκαζε κάθε πράξη βίαιης εκδίκησης για μια σειρά λόγων. Η εκδίκηση συνδέεται με τη λύπη και την οργή που αποτελούν ενδείξεις αδυναμίας και ενέχει την επιθυμία να βλάψουμε αυτόν που εκδικούμαστε, «υβρίζοντας» με αυτόν τον τρόπο την ψυχή μας. Θα πρέπει να προσαρμοζόμαστε στις καταστάσεις όπως καθορίζονται από τους θεούς και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε σε σχέση με όσους μας βλάπτουν είναι να προσπαθούμε να τους πείσουμε ότι έσφαλλαν. Ακόμα, δίκαιος δεν είναι αυτός που παίρνει τον νόμο στα χέρια του αλλά αυτός που συμμορφώνεται με ό,τι υπαγορεύει η κρατούσα αντίληψη περί δικαίου και ηθικής.[1] Ο Επίκτητος πάλι, από την πλευρά του, θα συμφωνούσε ότι ο ήρωας όφειλε να αποδεχθεί αυτό που του συνέβη και θα προσέθετε ότι το να επιθυμεί κανείς να ζουν οι δικοί του για πάντα αποτελεί δείγμα ανοησίας.[2]
Είναι προφανές ότι ο Μάρκος Αυρήλιος, όταν έλεγε ότι «ἄριστος τρόπος τοῦ ἀμύνεσθαι τὸ μὴ ἐξομιοῦσθαι» (6.6), δεν είχε κατά νουν αυτό το σενάριο. Θα μπορούσε βέβαια να δει κανείς αυτή τη διαστρέβλωση της στωικής φιλοσοφίας από τους συντελεστές της ταινίας ως ένα μεμονωμένο και ασήμαντο συμβάν, αλλά τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Οι Πράξεις εκδίκησης αποτελούν ένα ατυχές δείγμα μιας ολόκληρης διανοητικής κίνησης –κάποιοι θα κάνουν λόγο για το «νέο ζεν»–, η οποία έχει ως αφετηρία της τον αγγλόφωνο κόσμο και επιχειρεί ποικιλοτρόπως να εμπεδώσει στο ευρύτερο κοινό την πεποίθηση ότι οι φιλοσοφικές Σχολές της αρχαιότητας –κυρίως οι Στωικοί και σε μικρότερο βαθμό οι Επικούρειοι– μπορούν να λειτουργήσουν ως οδηγοί αυτοβελτίωσης, αυτοβοήθειας και συμβουλευτικής για το πλήθος των ανθρώπων που αναζητούν κάποια θύραθεν βοήθεια για να διαχειριστούν την επιμέλεια του εαυτού τους.[3] Θεωρώ ότι η κίνηση αυτή θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με μια σημαντική δόση δυσπιστίας, τόσο σε σχέση με την ορθότητα των ευρύτερων στοχεύσεων όσο και τις πιθανότητες επιτυχίας της, και θα ήθελα να καταθέσω κάποιες παρατηρήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, ευελπιστώντας περισσότερο στο να ξεκινήσει μια ευρύτερη συζήτηση στην οποία θα εμπλακούν συνάδελφοι αρμοδιότεροι από εμένα.
Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον δύο τρόποι για να προσεγγίσει κανείς το ζήτημα. Ο ένας είναι να στραφεί στις σχετικές έντυπες και ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις και να επιχειρήσει κάποια αξιολόγησή τους, ξεχωρίζοντας την ήρα από το σιτάρι, τόσο ως προς τον τρόπο που προσλαμβάνουν τις πρωταρχικές πηγές όσο και σε σχέση με το εύλογο ή το εφικτό των «θεραπευτικών και ενδυναμωτικών» στόχων που θέτουν και των φιλοδοξιών που τις διαπνέουν.[4] Αυτό θα ήταν ευχής έργο, αλλά το πλήθος των δημοσιεύσεων είναι τόσο μεγάλο, ώστε η σχετική μελέτη θα είχε την έκταση μονογραφίας. (Στο τέλος του παρόντος άρθρου καταγράφονται ενδεικτικά 24 αυτοτελείς εκδόσεις από την ελληνική βιβλιοπαραγωγή των τελευταίων οκτώ ετών, χωρίς να υπολογίζονται βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά. Σημειωτέον ότι κάποιες από αυτές φέρουν την υπογραφή γνωστών ακαδημαϊκών μελετητών και μελετητριών της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας). Ο άλλος τρόπος –που επιτρέπει μια σύντομη πραγμάτευση– είναι να επικεντρωθεί κανείς στη βασική παραδοχή αυτής της κίνησης, ότι η αρχαία φιλοσοφία μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει σήμερα ως τρόπος ζωής.

Ο Πιέρ Αντό (1922-2010).
Ο Γάλλος ιστορικός της φιλοσοφίας Πιέρ Αντό (1922-2010) υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους υποστηρικτές της θέσης ότι η αρχαία φιλοσοφία «αποτελούσε έναν τρόπο ύπαρξης στον κόσμο, ο οποίος έπρεπε να ακολουθείται ανά πάσα στιγμή και απέβλεπε στον μετασχηματισμό της ολότητας του ατομικού βίου».[5] Η συγκεκριμένη αυτή αντίληψη δεν ήταν ίδιον των Σχολών της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής αρχαιότητας, αλλά αποτελούσε κοινή συνισταμένη και της σκέψης προγενέστερων στοχαστών, όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ο Αντό θεωρούσε ότι η αρχαία φιλοσοφία ως τρόπος ζωής είχε σε γενικές γραμμές τρεις στόχους: την επίτευξη της αταραξίας, εννοούμενης ως πνευματικής γαλήνης, την αυτάρκεια, με τη σημασία της ανεξαρτησίας από παράγοντες που βρίσκονται πέραν των δικών μας δυνάμεων, και τη συνειδητοποίηση ότι μετέχουμε σε μια κοσμική ολότητα. Το ιδεώδες του σοφού ήταν δυσεπίτευκτο, αλλά μέσω μιας διαδικασίας (αυτο)πειθάρχησης και αυτοελέγχου τα ενδιαφερόμενα άτομα μπορούσαν να επιτύχουν σημαντικά αποτελέσματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Η στο μέτρο του εφικτού κατάκτηση του φιλοσοφικού βίου προϋπέθετε τη μαθητεία σ’ ένα αυστηρό και ιεραρχικά δομημένο περιβάλλον όπου προωθούνταν συγκεκριμένα δόγματα, την εξακολουθητική εκτέλεση μια σειράς πνευματικών και ενίοτε σωματικών ασκήσεων και τη μελέτη διαφορετικής δυσκολίας και περιπλοκότητας φιλοσοφικών κειμένων.
Ο χριστιανισμός δανείστηκε πολλά στοιχεία από τις αρχαιοελληνικές Σχολές για να διαμορφώσει τη δική του αντίληψη για τον τρόπο ζωής, διαφορετικές εκδοχές της οποίας κυριάρχησαν σε διαφορετικές περιοχές του Δυτικού κόσμου. Ωστόσο, από τον ύστερο Μεσαίωνα και εφεξής αυτός ο τρόπος βίωσης του φιλοσοφείν άρχισε να υποχωρεί. Η φιλοσοφία έγινε αντικείμενο διδασκαλίας στα νεότευκτα πανεπιστήμια που προετοίμαζαν «ειδικούς» και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στη μελέτη και την ερμηνεία κειμένων του παρόντος και του παρελθόντος, αδιαφορώντας για την επιμέλεια του βίου. Ακόμα, υιοθέτησε ως κριτήριο αξιολόγησης αυτών που τη θεραπεύουν την πρωτοτυπία του γραπτού έργου τους και όχι την προφορική διδασκαλία τους ή τη γενικότερη στάση ζωής τους, και αναλώθηκε στη διερεύνηση πλήθους ζητημάτων (οντολογικών, επιστημολογικών, λογικών, μεταφυσικών), τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με το πώς οφείλει να ζει κανείς στην καθημερινότητά του. Υπήρξαν, βέβαια, κάποιοι φιλόσοφοι της νεωτερικότητας που αντιστάθηκαν σε αυτήν την κατηγοριοποίηση, αλλά αυτοί αποτελούσαν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Τέλος, όσον αφορά την τοποθέτηση του Αντό για το διαφορετικό ζήτημα του αν θα μπορούσε κάποιος στις μέρες μας να διάγει έναν βίο σύμφωνο με τα δόγματα κάποιας αρχαίας φιλοσοφικής θεώρησης, αυτή διατυπώθηκε μ’ ένα ιδιαίτερα προσεκτικό και ζυγισμένο σκεπτικό: «Η μελέτη των αρχαίων Σχολών μάς ανοίγει ένα πεδίο πειραματισμού, υπό την προϋπόθεση ότι εμμένουμε στο πνεύμα και την ουσία αυτών των φιλοσοφιών, τις αποκόπτουμε από ξεπερασμένα κοσμολογικά ή μυθικά στοιχεία, και ξεχωρίζουμε τις πλέον θεμελιώδεις προϋποθέσεις που θεωρούσαν αναγκαίες».[6] Σε ένα πιο προσωπικό έργο του θα υποστηρίξει ότι υπάρχει σήμερα χώρος για μια φιλοσοφία που δεν θα είναι πρωτότυπη αλλά θα αναζητεί «μια ζωή περισσότερο συνειδητή, περισσότερο έλλογη και περισσότερο ανοιχτή στους άλλους και την απεραντοσύνη του κόσμου». Αυτόν τον βίο τον είχε και ο ίδιος αναζητήσει, χωρίς, ωστόσο, να φτάσει εκεί που θα ήθελε.[7]
Βέβαια στις αρχές της δεκαετίας του 1980 –την εποχή που διατυπώθηκαν αυτές οι θέσεις– δεν είχε προκύψει η διασύνδεση των διδασκαλιών των αρχαίων Σχολών με την άνευ προηγουμένου ζήτηση (και την αντίστοιχη γενναιόδωρη προσφορά από διαφόρων ειδών συγγραφείς) καθοδηγητικού υλικού που υποτίθεται ότι θα μπορούσε να βγάλει τους ανθρώπους από τη δυσμενή ψυχολογικά θέση στην οποία βρίσκονται και να τους οδηγήσει στην επιτυχία, την ευτυχία, τη σοφία ή την αυτοπραγμάτωση. Αυτή η εξέλιξη, κατά τη γνώμη μου, ανοίγει τον δρόμο για μια ιδιαίτερα επιφυλακτική στάση ως προς την προσδοκία που συναντάμε σε πολλά σχετικά έργα ότι η μύηση στο περιεχόμενο της διδασκαλίας αυτών των Σχολών συνιστά την οδό της σωτηρίας. Οι επιφυλάξεις αφορούν την πειστικότητα συγκεκριμένων παραδοχών αυτών των διδασκαλιών, τη δυνατότητα επιτυχούς μετεμφύτευσης των αρχαίων Σχολών, ιδωμένων ως εκπαιδευτικών θεσμών, σ’ ένα ξένο προς αυτές κοινωνικό περιβάλλον και φυσικά τις πιθανότητες να προκύψουν τα «θεραπευτικά» αποτελέσματα που υπόσχονται οι συγγραφείς όλων αυτών των πρόσφατων έργων. Να σημειωθεί ότι η αφετηρία των περισσοτέρων από τους προβληματισμούς που θα διατυπωθούν βρίσκεται στο έργο του Αντό.
Ένα στοιχείο που σήμερα μας καθιστά κάπως δύσπιστους ως προς το περιεχόμενο των διδασκαλιών των Σχολών είναι ο δογματισμός τους. Τα βασικά δόγματα δεν τίθενται ποτέ υπό αμφισβήτηση.[8] Ωστόσο, η μακρά πορεία της φιλοσοφίας έχει δείξει ότι καμία φιλοσοφική θέση δεν πρέπει να μένει στο απυρόβλητο, καθώς η όποια πρόοδος υπάρχει στη φιλοσοφική σκέψη συντελείται διαμέσου της πειστικής αμφισβήτησης καθιερωμένων θέσεων ή έστω της εγκατάλειψης του δεσπόζοντος παραδείγματος. Όταν μάλιστα συμβαίνει μια φιλοσοφική θεώρηση να απολαμβάνει και κάποιας θεσμικής προστασίας, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταστεί νεκρό δόγμα. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την αποτελμάτωση της μαρξιστικής σκέψης στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπου είχε μετατραπεί σε μια κρατικά ελεγχόμενη και κατευθυνόμενη διδασκαλία την οποία υποχρεούνταν ο καθένας να ενστερνιστεί, και να την συγκρίνει με τον μεγάλο αριθμών αναθεωρητικών προσεγγίσεων που προήγαγαν και αναζωογόνησαν αυτή τη σκέψη στις δυτικές δημοκρατίες όπου δεν είχε κάποιο θεσμοθετημένο χαρακτήρα.[9]
Υπάρχουν, όμως, και άλλα στοιχεία της θεωρίας και της πρακτικής των Σχολών που δεν είναι σήμερα αποδεκτά. Και δεν μιλάω βέβαια για ποινικά κολάσιμες πράξεις, όπως την υιοθέτηση του δημόσιου αυνανισμού από τους Κυνικούς, κάτι που και στην αρχαιότητα δεν ήταν αποδεκτό, αλλά για ευρύτερες παραδοχές και στάσεις, όπως τον σεξισμό που συναντά κανείς στον Επίκτητο. Βέβαια, εδώ θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η ύπαρξη αντιρρήσεων ως προς το περιεχόμενο μιας φιλοσοφικής διδασκαλίας δεν συνιστά λόγο για να μην προωθείται από τους υποστηρικτές της. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι αυτοί που προβάλλουν σήμερα τον ενστερνισμό αρχαιοελληνικών διδασκαλιών ως πανάκεια για τη θεραπεία διαφόρων δεινών έρχονται αναπόφευκτα αντιμέτωποι με δύο αντιπάλους που περιορίζουν τις πιθανότητες επιτυχίας του εγχειρήματός τους. Ο πρώτος είναι ο επιστημονικός τρόπος θέασης του εαυτού και του εξωτερικού κόσμου που έχει κυριαρχήσει στον Δυτικό κόσμο. Στις Σχολές συναντά κανείς ένα πλήθος θεωρήσεων για τη φύση και τη λειτουργία του σύμπαντος που δεν αντέχουν σε επιστημονική κριτική. Διαθέτουμε επίσης ένα κολοσσιαίο εξελισσόμενο corpus θέσεων και δεδομένων που προέρχονται από την ιατρική, την ψυχολογία και την εξελικτική βιολογία και αφορούν την κατανόηση του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής οντότητας, οι οποίες απάδουν προς βασικές προεπιστημονικές θέσεις της αρχαιότητας. Για παράδειγμα, σήμερα αναγνωρίζουμε την εξελικτική σημασία των περισσότερων συναισθημάτων μας (συμπεριλαμβανομένων των αρνητικών) και κατανοούμε ότι χωρίς αυτά δεν θα μπορούσαμε να είχαμε επιβιώσει. Ακόμα, οι ψυχολόγοι μάς προειδοποιούν ότι η βίαιη απώθηση των συναισθημάτων μπορεί να αποβεί επιζήμια για την ψυχική υγεία. Το να αποποιηθεί κανείς τον επιστημονικό τρόπο σκέψης χάριν του ενστερνισμού μιας αρχαιοελληνικής φιλοσοφικής διδασκαλίας μπορεί να οδηγήσει σε μια διολίσθηση προς την εκκεντρικότητα, ενίοτε και τον παραλογισμό. Από την άλλη πλευρά, εάν αποσπάσουμε, όπως προτείνει ο Αντό, από αυτές τις διδασκαλίες τα απορριπτέα από τη σύγχρονη επιστήμη στοιχεία τους, μπορούμε να αναρωτηθούμε εάν αυτές θα συνεχίσουν να διατηρούν όχι μόνο τη λογική συνοχή τους αλλά και την ιδιαιτερότητα που τους προσδίδει την αναγνωρίσιμη ταυτότητά τους. Τι είδους Στωικισμός θα ήταν ένας «Στωικισμός» που θα έθετε τα συναισθήματα σε περίοπτη θέση;

Από την αίθουσα των φιλοσόφων, Μουσεία του Καπιτωλίου στη Ρώμη. Φωτ. Φ. Παιονίδης.
Ο δεύτερος αντίπαλος ήταν γνωστός στις Σχολές της ύστερης αρχαιότητας. Πρόκειται για τον χριστιανισμό, που κατόρθωσε, ανεξάρτητα από το αν το επιδοκιμάζουμε ή όχι, να συγκροτήσει τρόπους ζωής μιας άνευ προηγουμένου πληρότητας και περιεκτικότητας και να επιτύχει με ποικίλα μέσα την επικράτησή τους σ’ ένα μεγάλο μέρος του κόσμου. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στον μοναστικό βίο που αποτελούσε και αποτελεί επιλογή για ολίγους και ολίγες. Αρκεί να δει κανείς το εκκλησιαστικό ημερολόγιο που απευθύνεται σε κάθε πιστό υποδεικνύοντάς του τι πρέπει να κάνει κάθε μέρα του χρόνου. Τα χριστιανικά πρότυπα ζωής περιλαμβάνουν ένα σύνολο πεποιθήσεων και αξιών που διαμορφώνουν ένα πλήθος μορφών σκέψης και δράσης, οι οποίες αφορούν μεταξύ άλλων τις σχέσεις με το υπερβατικό, τον εαυτό, τον κόσμο και τους άλλους, τη διατροφή, την ένδυση, τη σεξουαλικότητα, τη δημόσια εικόνα που παρουσιάζει κανείς, την αντιμετώπιση του θανάτου, τον επιτρεπτό λόγο, ακόμα και οικονομικές και κοινωνικές πρακτικές. Ιστορικά, τα χριστιανικά πρότυπα ζωής υπήρξαν απείρως πιο επιτυχημένα και επιδραστικά από τα αντίστοιχα μοντέλα των αρχαίων Σχολών που φαίνεται να ακολουθούνται, ακόμα και την εποχή της ακμής τους, μόνο από μικρές ομάδες μαθητών ή από κάποια μέλη διανοητικών και πολιτικών ελίτ. Προφανώς, στην ύστερη νεωτερικότητα τα χριστιανικά μοντέλα δεν έχουν τη διεισδυτικότητα που είχαν στο παρελθόν, αλλά έχω την αίσθηση ότι εξακολουθούν να υποκαθορίζουν έν τινι μέτρω τις στάσεις ακόμα και εκείνων που δηλώνουν πως δεν είναι θρησκευόμενοι. Αυτό σημαίνει ότι οι σύγχρονοι θιασώτες των Σχολών στην προσπάθειά τους να επηρεάσουν ένα ευρύτερο κοινό υποδεικνύοντάς του την τέχνη του βίου έχουν να αντιπαρατεθούν με έναν πολύ ισχυρό και εδραιωμένο αντίπαλο, τον οποίο είναι πολύ δύσκολο να ανταγωνιστούν.
Μπορούν, ωστόσο, όλα αυτά τα βιβλία αυτοβοήθειας που βασίζονται σε ποικίλες αναγνώσεις των πρωτογενών γραμματειακών πηγών να λειτουργήσουν όπως λειτουργούσαν οι ίδιες οι φιλοσοφικές Σχολές στην αρχαιότητα; Μάλλον όχι. Τα βιβλία αυτά γράφονται σήμερα για να διαβαστούν στον ελεύθερο χρόνο που διαθέτουν όσοι και όσες τα χρειάζονται ή νομίζουν ότι τα χρειάζονται. Ωστόσο, πολλές από αυτές τις σωζόμενες γραπτές πηγές, όταν πρωτοεμφανίστηκαν, δεν προορίζονταν για να τις διαβάσει κανείς κατά μόνας ξαπλωμένος στο ανάκλιντρο της οικίας του, αλλά αποτελούσαν χρηστικό συμπλήρωμα ενός συστήματος διδασκαλίας και μαθητείας, μεγάλο μέρος του οποίου είχε προφορικό χαρακτήρα. Ο Αντό επιμένει ιδιαίτερα στην κατανόηση των συνθηκών συγγραφής αυτών των πηγών, τονίζοντας ότι αυτό που ενδιέφερε τις Σχολές ήταν η διαρκής και ζωντανή σχέση δασκάλου και μαθητών και η από κοινού αναζήτηση της σοφίας στο πλαίσιο μιας κοινότητας ομοϊδεατών.[10] Αυτό σημαίνει ότι, κατά τα φαινόμενα, για να μπορέσει ένας σύγχρονός μας να ενστερνιστεί τα δόγματα του Στωικισμού ή του Επικουρισμού και να ζήσει ανάλογα δεν αρκεί να διαβάζει βιβλία αλλά θα πρέπει να μαθητεύσει για κάποιο διάστημα σε μια ανάλογη Σχολή υποβάλλοντας τον εαυτό του σε μια αυστηρή πειθαρχία. Τέτοιες, όμως, Σχολές δεν υπάρχουν σήμερα και, εάν υπήρχαν, θα ήταν αμφίβολο εάν θα μπορούσαν να αναπαράγουν τις συνθήκες λειτουργίας των Σχολών της αρχαιότητας.
Τέλος, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς εάν το κοινό που νιώθει την ανάγκη να προσφύγει σε βιβλία αυτοβοήθειας και αυτοβελτίωσης είναι το πλέον ευεπίφορο στο να δεχτεί τις θέσεις των Σχολών της αρχαιότητας. Κρίνοντας γενικά από το περιεχόμενο των σχετικών βιβλίων που κυκλοφορούν, τα περισσότερα από αυτά επιχειρούν να ανταποκριθούν στον διακαή πόθο κάποιων ανθρώπων να καταστούν το ταχύτερο δυνατό δημοφιλείς, προβεβλημένοι, ισχυροί, εμφανίσιμοι, σεξουαλικά ελκυστικοί και οικονομικά επιτυχημένοι. Νομίζω ότι αυτές οι επιδιώξεις απέχουν παρασάγγας από το ιδεώδες του σοφού που καλλιεργούσαν οι αρχαίες Σχολές. Ο Στωικός σοφός εκπροσωπεί την εικόνα της συνειδητής ηθικής ανάπτυξης[11] και ο Επικούρειος σοφός αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τα καλά και τα κακά από τον κοινό άνθρωπο και δεν έχει σε ιδιαίτερη εκτίμηση τις σωματικές απολαύσεις.[12] Οι ισχυρές ιδιωφελείς προσδοκίες πολλών ανθρώπων, οι οποίοι επιζητούν «to be loved alone» –όπως έλεγε ο Ώντεν– και άγονται και φέρονται από κυρίαρχα και δημοφιλή κοινωνικά πρότυπα, δεν φαίνεται να συγκροτούν ένα πρόσφορο υπόβαθρο για την κατανόηση των θέσεων του Στωικισμού ή του Επικουρισμού.[13] Δεν ξέρω, για παράδειγμα, εάν ένας άνθρωπος που είναι απογοητευμένος από τον εαυτό του και θέλει να «αρπάξει» κάτι από τον κόσμο και τους άλλους, το οποίο θεωρεί ότι το δικαιούται, είναι ο πλέον κατάλληλος για να συλλάβει το μάταιο μιας τέτοιας διεκδίκησης και την ανάγκη της συμφιλίωσης με το αναπόφευκτο του θανάτου.
Οι επιφυλάξεις αυτές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να εντοπίσει κανείς στις αρχαίες Σχολές κάποιες στάσεις –όπως το να μην ασχολείται με το τι κάνει ο γείτονάς του, το να αντιπαρέρχεται τις προσβολές ή να μην θορυβείται από πράγματα που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό του– που θα μπορούσε να τις εφαρμόσει στην καθημερινότητά του ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, ακόμα και να βρει την οδό της σωτηρίας.[14] Αυτό, ωστόσο, είναι κάτι που θα μπορούσε να συμβεί και διαμέσου της συνάντησής του με πολλά άλλα κείμενα και καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Δεν είμαι, ωστόσο, καθόλου βέβαιος εάν αυτό το αποτέλεσμα έχει περισσότερες πιθανότητες να επέλθει διά της προσφυγής σε βιβλία αυτοβοηθείας και αυτοβελτίωσης απ’ ό,τι διά της ανάγνωσης αξιόπιστων μεταφράσεων των ίδιων των πηγών ή ισορροπημένων και έγκριτων μελετών.[15]
Θα κλείσω θέτοντας ένα γενικότερο ερώτημα: Η φιλοσοφία αποδεικνύει την παιδευτική και την κινητοποιητική αξία της μόνο όταν παρέχει σε ένα ευρύτερο ενδιαφερόμενο κοινό ολοκληρωμένους και συνεκτικούς τρόπους ζωής; Δεν θα ικανοποιούμασταν με μια λιγότερο μαξιμαλιστική στοχοθεσία; Είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχουν έργα σύγχρονων φιλοσόφων, η ανάγνωση των οποίων δεν προϋποθέτει ειδικές γνώσεις, τα οποία μπορούν να προσφέρουν σε έναν σκεπτόμενο άνθρωπο όχι την τέχνη του βίου, αλλά μια κανονιστική οπτική γωνία θέασης συγκεκριμένων πραγμάτων. Σκέφτομαι το Humanity: A Moral History of the Twentieth Century (1999) του Jonathan Glover και το Free and Equal: What Would a Fair Society Look Like? (2024) του Daniel Chandler. Το πρώτο συνιστά μια προσπάθεια συλλογικής ηθικής αυτογνωσίας μέσα από τη μελέτη των αιτιών των ανθρωπογενών συμφορών που έπληξαν την ανθρωπότητα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία. To δεύτερο αποτελεί μια εφαρμογή των αρχών δικαιοσύνης του Ρωλς στην πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα με στόχο την πραγμάτωση μιας κοινωνίας ελευθερίας και ισότητας. Ίσως θα πρέπει να αρκεστούμε σε τέτοια έργα. Το πεδίο εφαρμογής της φιλοσοφίας έχει συρρικνωθεί κατά πολύ με το πέρασμα των αιώνων. Πολλές από τις περιοχές για τα οποίες μπορούσε να προβάλλει έναν έγκυρο λόγο κατά την περίοδο της αρχαιότητας, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας ενός πλήρους και συνεκτικού τρόπου ζωής, έχουν πλέον περάσει στην αρμοδιότητα άλλων φορέων. Το να προσπαθούμε να αναβιώσουμε σήμερα παρωχημένους ολιστικούς τρόπους του φιλοσοφείν αποτελεί υπέρβαση των δυνατοτήτων της φιλοσοφίας.[16]
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
W. Mulligan, Η Στωική φιλοσοφία στην καθημερινότητά μας, μτφρ. Χ. Σακελλαροπούλου, Διόπτρα, Αθήνα 2025.
B. Delaney, Η τέχνη του να είσαι Στωικός σε άστατους καιρούς, μτφρ. Ο. Παπακωνσταντοπούλου, Πατάκης, Αθήνα 2024.
Λ. Γεωργιάδης, Γνῶθι σαυτόν: Από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους στην αυτοβελτίωση, την προσωπική ανάπτυξη και την ευημερία, πρόλ. Α. Βανδώρος, Ελληνοεκδοτική, Αθήνα 2024.
Λ. Γεωργιάδης, Εὖ ζῆν2: Η ευδαιμονία και η διαχείριση των θετικών συναισθημάτων σύμφωνα με την Στωική φιλοσοφία, Ψυχογιός, Αθήνα 2023.
Διογένης και Κυνικοί: Πώς να λες όχι. Ένας αρχαίος οδηγός στην Κυνική σοφία, επιμ. M. Usher, μτφρ. Β. Ζεύκη, Διόπτρα, Αθήνα 2023.
R. Holiday και S. Hanselman, Οι ζωές των Στωικών: Μαθήματα πάνω στην τέχνη του εὖ ζῆν από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Ζήνωνα, μτφρ. Α. Καλλιοντζή, εκδ. «Η τέχνη της Ζωής», Αθήνα 2023.
R. Holiday και S. Hanselman, Κάθε μέρα με τους Στωικούς: 366 στοχασμοί για τη σοφία, την επιμονή, και την τέχνη της ζωής, μτφρ. Κ. Πανσέληνος, Μεταίχμιο, Αθήνα 2023.
M. Pigliucci, Ο πρακτικός οδηγός του εὖ ζῆν: 53 σύντομα μαθήματα ζωής, μτφρ. Α. Γουναροπούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2024.
Σενέκας, Πώς να ζούμε πραγματικά: Ένας αρχαίος οδηγός για τη διαχείριση του χρόνου, επιμ. J. S. Room, μτφρ. Β. Ζεύκη, Διόπτρα, Αθήνα 2023.
W. B. Irvine, Η Στωική πρόκληση: Ένας οδηγός φιλοσοφίας για να είστε πιο δυνατοί, πιο ήρεμοι και πιο ανθεκτικοί, μτφρ. Α. Γουναροπούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2022.
Ε. Νικολαΐδου, Φιλοσοφία για όλους: Γιατί να διαβάζουμε τους αρχαίους φιλοσόφους;, Μεταίχμιο, Αθήνα 2022.
Μ. Bonazzi, Με τα μάτια των αρχαίων Ελλήνων: Η αρχαία σοφία την υπηρεσία των σύγχρονων καιρών, μτφρ. Κ. Γούλα, Κέδρος, Αθήνα 2021.
W. Farnsworth, Μαθητευόμενος Στωικός: Ένας οδηγός αυτοβελτίωσης, μτφρ. Ο. Ν. Τουτουντζή, Κάκτος, Αθήνα 2021.
Λ. Γεωργιάδης, Εὖ ζῆν: Η διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων σύμφωνα με την Στωική φιλοσοφία, πρόλ. P. Economides, Ψυχογιός, Αθήνα 2021.
Ε. Γιαρένης, Μ. Αυρήλιος-Επίκτητος-Επίκουρος: Η φιλοσοφία της απελευθέρωσης Στωικών και Επικουρείων, Δρόμων, Αθήνα 2021.
M. Pigliucci, Πώς να είμαστε Στωικοί: Αρχαία σοφία για τη σύγχρονη ζωή, μτφρ. Α. Γουναροπούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2021.
C. Wilson, Πώς να είσαι Επικούρειος: Μια φιλοσοφία για τη σύγχρονη ζωή, μτφρ. Αλεξάνδρα Αδαμτζιλόγλου, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2021.
W. B. Irvine, Οδηγός για την καλή ζωή: Η αρχαία τέχνη της στωικής χαράς, μτφρ. Α. Γουναροπούλου, Ίκαρος, Αθήνα 2020.
Κ. Δαλακιουρίδης, Καιρός να μάθεις να ζεις: Επίκουρος, Μάτι, Αθήνα 2019
I. Gaspari, Η ευτυχία των αρχαίων: Η φιλοσοφία ως τέχνη ζωής, μτφρ. Α. Παπασταύρου, Πατάκης, Αθήνα 2019.
E. Hall, Αριστοτέλης: Η αρχαία σοφία στη σύγχρονη ζωή, μτφρ. Β. Ζεύκη, Διόπτρα, Αθήνα 2019.
Μάρκος Αυρήλιος, Επίκτητος, Σενέκας, Η τέχνη των Στωικών: Ένας διαφωτιστικός οδηγός για τον ρόλο του Στωικισμού στη σύγχρονη ζωή, επιμ. J. Sellars, μτφρ. Ε. Τουλούπη, Διόπτρα, Αθήνα 2019.
D. Robertson, Μάρκος Αυρήλιος. Σκέψου σαν Ρωμαίος αυτοκράτορας: Η Στωική φιλοσοφία στην καθημερινότητά μας, μτφρ. Β. Ζεύκη, Διόπτρα, Αθήνα 2019.
C. Newman, Πώς ο Σενέκας μού έσωσε τη ζωή, μτφρ. Α. Δημητρούκα, Πατάκης, Αθήνα 2018.
[1] Μάρκος Αυρήλιος, Τὰ εἰς ἑαυτὸν, εισ.-μτφρ.-σχόλ. Γ. Αβραμίδης, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2008, 11.18 ε, 2.16, 10.28, 5.28, 12.1.
[2] Επίκτητος, Ἐγχειρίδιον, μτφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Στιγμή, Αθήνα 1993, 31.1, 14.1. Η γενικότερη θέση του φιλοσόφου είναι ότι η προσήλωση στους οικογενειακούς δεσμούς, όπως και η εμμονή με τον πλούτο και τα αξιώματα, αποτελούν εμπόδια για την επίτευξη του αυτοελέγχου και της αταραξίας (3, 15, 18). Δεν υπάρχει η έννοια της απώλειας οικείων προσώπων αλλά μόνο αυτή της «επιστροφής» τους (11) και η ορθή αντίδραση μπροστά στον θάνατό τους είναι να αναφωνήσει κανείς «αυτά συμβαίνουν» (26).
[3] Για μια ψυχοκοινωνιολογική ανάλυση του φαινομένου και της ψευδαίσθησης που δημιουργεί ότι η κατάκτηση της ευτυχίας είναι αποκλειστικά ατομική υπόθεση, βλ. R. Dopierała, “Popular Stoicism in the Face of Social Uncertainty”, Qualitative Sociology Review 18 (2022): 154-170.
[4] Από την ελληνική βιβλιογραφία μπορεί να δει κανείς το ζήτημα της σύγχρονης πρόσληψης του Σενέκα όπως αναπτύσσεται από τον Γιώργο Ζωγραφίδη. Γ. Αντωνιάδης και Γ. Ζωγραφίδης, Ars Vivendi: Η στωική τέχνη του βίου στο φιλοσοφικό έργο του Λεύκιου Ανναίου Σενέκα, Κάλλιπος, Αθήνα 2024, 86-90.
[5] P. Hadot, Philosophy as a Way of Life: Spiritual Exercises from Socrates to Foucault, επιμ. A. I. Davidson, μτφρ. M. Chase, Blackwell, Οξφόρδη 1995, 265. To κεφάλαιο έντεκα που συνοψίζω εδώ αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στις σχετικές αντιλήψεις του φιλοσόφου. Οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες που ενδιαφέρονται μπορούν να αντλήσουν περισσότερα στοιχεία για τη φιλοσοφία του Pierre Hadot από τα ακόλουθα μεταφρασμένα στα ελληνικά έργα του: Τι είναι η αρχαία φιλοσοφία, μτφρ. Α. Κλαμπατσέα, Ίνδικτος, Αθήνα 2002, Αρχαίας φιλοσοφίας εγκώμιον, μτφρ. Α. Μιχαήλ, Εξάντας, Αθήνα 2004 και Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής: Συζητήσεις με την Ζανί Κορλιέ και τον Άρνολντ Ι. Ντέιβιντσον, μτφρ. Α. Μιχαήλ-Βεργοπούλου, Λιβάνης, Αθήνα 2009.
[6] Philosophy, 273.
[7] Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής, 232-239.
[8] Αρχαίας φιλοσοφίας εγκώμιον, 40-41.
[9] Νομίζω ότι αυτός είναι ένας λόγος για την απουσία Σχολών, με τη σύγχρονη σημασία τους, από τα μεταπολεμικά φιλοσοφικά πράγματα. Εκτός από την Σχολή της Φρανκφούρτης δεν έχω υπόψη μου κάποια άλλη Σχολή η οποία να εξακολουθεί να έχει ευρεία απήχηση που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.
[10] Αρχαίας φιλοσοφίας εγκώμιον, 43-50.
[11] L. Edelstein, Ο στωικός σοφός ή το νόημα του Στωικισμού, μτφρ. Ρ. Μπέρκνερ, επιμ. Γ. Καραμανώλης, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2002, 29 και σποράδην.
[12] Αποσπάσματα και μαρτυρίες στο Επίκουρος, Ηθική: Η θεραπεία της ψυχής, εισ.-μτφρ.-σχόλια Γ. Ζωγραφίδης, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2009, απ. 311, 316 και 317.
[13] Για τον Επίκτητο η ενασχόληση με τη φιλοσοφία συνεπάγεται σοβαρές θυσίες και στερήσεις: «Θα χρειαστεί να μείνεις ξάγρυπνος, να κοπιάσεις, να φύγεις από το σπίτι σου, να μην σε λογαριάζουν τα δουλάκια, να σε ειρωνεύονται οι άνθρωποι στον δρόμο, να μειονεκτείς παντού: στις τιμές, στα αξιώματα, στα δικαστήρια, στο πιο μηδαμινό πράγμα». Ἐγχειρίδιον, 29.6. Δεν νομίζω ότι αυτή είναι μια κατάσταση που θα επιδίωκαν οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που σήμερα στρέφονται στα βιβλία αυτοβοήθειας και αυτοβελτίωσης.
[14] Για παράδειγμα, ο Αμερικανός πολεμικός πιλότος Τζέιμς Μποντ Στόκντεϊλ συνελήφθη το 1965 από τους Βιετκόνγκ και πέρασε επτάμισι χρόνια σε μια άθλια φυλακή του Ανόι. Όταν απελευθερώθηκε, έχοντας πλέον μόνιμη αναπηρία, απέδωσε την επιβίωσή του και το ψυχικό σθένος που επέδειξε στην υιοθέτηση της φιλοσοφίας του Επίκτητου, το Εγχειρίδιο του οποίου είχε απομνημονεύσει πριν την αιχμαλωσία του. Βλ. J. Stockdale, Thoughts of a Philosophical Fighter Pilot, Hoover Institution Press, Στάνφορντ 1995. Ωστόσο, πρόκειται για μια πολύ ακραία περίπτωση, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τις συνήθεις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν όσοι και όσες στρέφονται στα βιβλία αυτοβοήθειας.
[15] Ειδικά για τον Στωικισμό, μπορεί να συμβουλευτεί κανείς τη μελέτη της γνωστής Αμερικανίδας φιλοσόφου Nancy Sherman Stoic Wisdom: Ancient Lessons for Modern Resilience, Oxford University Press, Οξφόρδη 2021, στην οποία εξετάζει τι μπορούμε να κρατήσουμε και τι να απορρίψουμε από την ηθική φιλοσοφία των Στωικών.
[16] Οφείλω ευχαριστίες στον Γιώργο Ζωγραφίδη και στη Μάρθα Κουτσιούμπα για τις εποικοδομητικές παρατηρήσεις τους.

