σύνδεση

Ο Αραφάτ και οι Αγιατολάδες

Ο Αραφάτ και οι Αγιατολάδες Ο Γιασέρ Αραφάτ μαζί με τον Αγιατολάχ Χομεϊνί επευφημούνται στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης. Ο Αραφάτ ήταν ο πρώτος επίσημος επισκέπτης στην Τεχεράνη κατά τη διάρκεια της Ισλαμικής Επανάστασης. © Alain Dejean/Sygma via Getty Images/ Ideal Image

 


Η σπουδαιότερη μεμονωμένη συνεισφορά της
PLO στην Ιρανική Επανάσταση ήταν η δημιουργία του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, αλλά η ανάμιξη του Παλαιστίνιου ηγέτη δεν τελείωσε εκεί.

 

 

Όταν ο Γιασέρ Αραφάτ έφτασε στην Τεχεράνη στις 17 Φεβρουαρίου 1979, ο πρώτος «ξένος ηγέτης» που προσκλήθηκε να επισκεφθεί το Ιράν λίγες ημέρες μετά τη νίκη της επανάστασης, δήλωσε ότι πήγαινε στο «δικό του σπίτι». Υπήρχε μια δόση αλήθειας στα επιτηδευμένα λόγια του Αραφάτ. Έχοντας για μια δεκαετία αναπτύξει και καλλιεργήσει σχέσεις με όλες τις μεγάλες δυνάμεις οι οποίες ανέτρεψαν τον Σάχη, από τους Μαρξιστές έως τους Ισλαμιστές, είχε σοβαρό λόγο να αισθάνεται ότι η νίκη της επανάστασης ήταν εν μέρει δική του.

Αν και οι γεμάτες ευφορία μέρες του Φεβρουαρίου 1979 σύντομα θα έδιναν τη θέση τους σε εντάσεις, οι Παλαιστίνιοι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι και της Ισλαμικής Επανάστασης και της δημιουργίας του καθεστώτος του Χομεϊνί. Για τον Αραφάτ, το επαναστατικό καθεστώς στο Ιράν υλοποιούσε την υπόσχεση να αποκτήσει έναν ισχυρό νέο σύμμαχο για τους Παλαιστίνιους. Επιπλέον, ο Αραφάτ έβλεπε την ευκαιρία να δράσει ως μεσάζων ανάμεσα στο Ιράν και τους Άραβες, και να τους ενθαρρύνει να αποφύγουν την σύγκρουση μεταξύ τους προς όφελος της υποστήριξης των Παλαιστινίων στον πόλεμό τους εναντίον του Ισραήλ. Ωστόσο σύντομα έγινε σαφές ότι η διπλή φαντασίωση του Αραφάτ ήταν ανέφικτη, και θα γινόταν στην πραγματικότητα ιδιαιτέρως επικίνδυνη για το Παλαιστινιακό Ζήτημα.

Η σχέση ανάμεσα στις επαναστατικές παρατάξεις και τους Παλαιστίνιους ξεκίνησε στα τέλη του 1960 παράλληλα με την άνοδο του ίδιου του Αραφάτ στις τάξεις της PLO. Μετά από την καταστολή της ιρανικής κυβέρνησης το 1963, ομάδες της αντιπολίτευσης αποφάσισαν να υιοθετήσουν τακτικές ανταρτοπόλεμου εναντίον του Σάχη. Έως το τέλος της δεκαετίας, ιρανικές αντιπολιτευτικές παρατάξεις είχαν έρθει σε επαφή με εκπροσώπους της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) σε περιφερειακά κράτη, συμπεριλαμβανομένου του Κατάρ καθώς και του Ιράκ όπου ο Αγιατολάχ Χομεϊνί ζούσε από το 1965. Μαρξιστικές Ιρανικές αντάρτικες οργανώσεις που έψαχναν να λάβουν εκπαίδευση σύντομα κατέληξαν σε στρατόπεδα της PLO στην Ιορδανία και τη Νότια Υεμένη.

Ωστόσο μετά την ήττα των αραβικών στρατών στον πόλεμο του 1967, και αφού μια σειρά θεαματικών τρομοκρατικών ενεργειών της PLO είχαν αναδείξει τον Αραφάτ σε σταρ των μέσων ενημέρωσης, η ίδια η PLO υπέστη μια σοβαρή στρατιωτική και πολιτική ήττα το 1970 όταν προσπάθησε να καταλάβει την Ιορδανία. Το Χασεμιτικό Βασίλειο νίκησε και εκδίωξε τις Παλαιστινιακές στρατιωτικές οργανώσεις κατά την επιχείρηση που έγινε γνωστή ως Μαύρος Σεπτέμβρης.

Μια χώρα έδωσε στους ηττημένους Παλαιστίνιους τη δυνατότητα να δρουν ελεύθερα υπό αραβική κάλυψη με τη μορφή της Συμφωνίας του Καΐρου το 1969. Αυτή η χώρα ήταν ο Λίβανος. Επειδή η θέση της PLO στη μικροσκοπική χώρα ήταν μοναδική στον Αραβικό κόσμο κατά τη διάρκεια του 1970, ο Λίβανος έγινε ο τόπος όπου διαδραματίστηκε το μεγαλύτερο μέρος της συνάντησης μεταξύ Ιρανών επαναστατών και Παλαιστίνιων.

Πριν καν ακόμα το ίδιο το σύστημα του Λιβάνου καταρρεύσει και η χώρα βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο, μια εξέλιξη που εν μέρει είχε τροφοδοτηθεί με Παλαιστινιακά όπλα και φιλοδοξίες, η χώρα είχε μετατραπεί σε έδαφος όπου εκπαιδεύονταν επαναστάτες από όλο τον κόσμο και ένας μαγνήτης για στελέχη των κύριων Ιρανικών επαναστατικών παρατάξεων, από μαρξιστές έως θεοκράτες και όλα τα ενδιάμεσα. Αριστερές παλαιστινιακές ομάδες, όπως το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP) συνεργάστηκαν με αριστερές ιρανικές παρατάξεις όπως το μαρξιστικό Fadayan-e Khalq και μικρές κομμουνιστικές ομάδες. Η οργάνωση Φατάχ του Αραφάτ συνεργάστηκε με όλους. Συντονιστής όλων αυτών των δραστηριοτήτων ήταν το δεξί χέρι του Αραφάτ και ο στρατιωτικός διοικητής της Φατάχ, Καλίλ αλ-Ουαζίρ, γνωστός επίσης και με το πολεμικό ψευδώνυμο Αμπού Τζιχάντ.

Ο αριθμός των ανταρτών που εκπαιδεύτηκαν στον Λίβανο με τους Παλαιστίνιους δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος. Αλλά τα Ιρανικά στελέχη στον Λίβανο απέκτησαν χρήσιμες δεξιότητες και προμήθευαν όπλα και εξοπλισμό τα οποία διοχέτευαν πίσω στο Ιράν. Μια αναφορά της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών του 1977 σημείωνε την «ποιότητα και την προηγμένη τεχνολογία των όπλων που οι τρομοκράτες είχαν στη διάθεσή τους», τα οποία περιλάμβαναν «οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες διάτρησης τεθωρακισμένων και πιθανόν όλμους που τους επιτρέπουν σημαντική ευελιξία στις τακτικές τους». Αλλά οι τακτικές του ανταρτοπόλεμου που πραγματοποιούσαν οι ιρανικές αριστερές ομάδες δεν σημείωσαν κάποια σημαντική επιτυχία ούτε είχαν εξέχουσα θέση στον επαναστατικό αγώνα εντός του Ιράν πριν από το καταληκτικό του στάδιο. Αυτές οι τακτικές ωστόσο διαδραμάτισαν ρόλο κατά τη μεταβατική περίοδο μετά την πτώση του καθεστώτος Παχλαβί.

Οι τρεις κύριες Ιρανικές αντιπολιτευτικές παρατάξεις που δρούσαν στον Λίβανο ήταν: το Απελευθερωτικό Κίνημα του Ιράν (LMI) που περιγράφεται συχνά ως ισλαμικοί εκσυγχρονιστές· το ισλαμικό-μαρξιστικό Mojahedin-e-Khalq (MEK)· και οι ισλαμιστές πιστοί του Αγιατολάχ Χομεϊνί. Αλλά το γεγονός ότι η PLO συνεργάστηκε με όλους αυτούς δεν σημαίνει ότι ο Αραφάτ τους αντιμετώπιζε όλους με τον ίδιο σεβασμό. Για παράδειγμα, η PLO δεν καλλιέργησε κάποια σοβαρή σχέση με το LMI, το οποίο στον Λίβανο ευθυγραμμιζόταν με τον Ιρανο-λιβανέζο σιίτη κληρικό Μούσα Σαντρ, ο οποίος είχε έρθει σε σύγκρουση με τους Παλαιστίνιους.

H PLO δημιούργησε στενούς δεσμούς συνεργασίας με την παράταξη του Χομεϊνί. Ειδικότερα τρεις μορφές από αυτό το στρατόπεδο ήταν δραστήριοι στον Λίβανο, σε στενή συνεργασία με την PLO. Ο Μοχάμαντ Σαλέχ Χοσεϊνί, ο οποίος ήταν ενεργός στο Ιράκ όταν ήρθε σε επαφή με την Φατάχ πριν μεταβεί στον Λίβανο το 1970· ο Τζαλαλεντίν Φαρσί, ένας ισλαμιστής ακτιβιστής και δάσκαλος που έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία το 1980 ως υποψήφιος της παράταξης του Χομεϊνί (πριν αποκλειστεί λόγω της αποκάλυψης της αφγανικής του καταγωγής)· και ο Μοχάμαντ Μονταζερί, γιος του υψηλόβαθμου κληρικού Χοσεΐν-Αλί Μονταζερί και μαχητής ο οποίος είχε ηγετικό ρόλο στην εξέλιξη της ιδέας της δημιουργίας του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης μετά τη νίκη της επανάστασης.

sel31

Ο Γιασέρ Αραφάτ με τον ηγέτη του Κινήματος για την Απελευθέρωση του Ιράν (LMI) και αναπληρωτή πρωθυπουργό Ιμπραήμ Γιαζντί (αριστερά) και τον γιο του Αγιατολάχ Χομεϊνί, Σαγιέντ Άχμεντ Χομεϊνί (δεξιά), στέκονται μπροστά από τα νέα κεντρικά γραφεία της PLO στην Τεχεράνη, στο κτίριο όπου προηγουμένως στεγαζόταν η Ισραηλινή διπλωματική αποστολή. 19 Φεβρουαρίου 1979. © Bettmann/ Getty Images/ Ideal Image

Η δημιουργία του IRGC μπορεί να είναι η σπουδαιότερη μεμονωμένη συνεισφορά της PLO στην Ιρανική Επανάσταση. Αν και είναι επίσης αλήθεια πως μετά την επανάσταση ο Μονταζερί ζήτησε από τον Αραφάτ να στείλει πολεμιστές της Φατάχ να εκπαιδεύσουν προσωπικά τους νέους στρατολογημένους στο IRGC, αυτή η προσπάθεια δεν επετεύχθη λόγω αντίστασης από στελέχη του LMI της προσωρινής κυβέρνησης. Οι πληροφορίες για μια τεράστια Παλαιστινιακή παρουσία στο Ιράν γενικά φαίνονταν να είναι άκρως υπερβολικές. Παρ’ όλο που και οι Παλαιστίνιοι και οι εχθροί τους μπορεί να φαντασιώνονται ότι η PLO είχε σημαντική ανεξάρτητη επίδραση εντός του Ιράν, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι αυτές οι φαντασιώσεις πλησίασαν ποτέ την πραγματικότητα.

Το βασικό πεδίο μάχης στο οποίο οι Παλαιστίνιοι και οι Ιρανοί όντως συναντήθηκαν ήταν ο Λίβανος. Χομεϊνικοί πράκτορες στον Λίβανο ήταν εχθρικοί προς το LMI και τον σύμμαχό τους Μούσα Σαντρ, του οποίου η σχέση με τους Παλαιστίνιους είχε γίνει ανταγωνιστική. Η αμοιβαία εχθρότητα των χομεϊνικών και των Παλαιστινίων προς τον Σαντρ οδήγησε το 1978 στην δολοφονία του Λιβανέζου σιίτη κληρικού στη Λιβύη – μια χώρα με τον ηγέτη της οποίας Μουαμάρ αλ-Καντάφι είχαν αναπτύξει σχέσεις οι χομεϊνικοί με τη βοήθεια των Παλαιστινίων.

Ο υπαρχηγός του Αραφάτ, ο Αλί Χασάν Σαλαμέ, εξήγησε στον εκλιπόντα αξιωματούχο της CIA Ρόμπερτ Έιμς[1] ότι ο Σαντρ επρόκειτο να συναντηθεί με τον υψηλόβαθμο βοηθό του Χομεϊνί, τον Αγιατολά Μοχάμαντ Μπεχεστί προκειμένου να εξομαλύνει τις διαφορές υπό την αιγίδα του Καντάφι στην Τρίπολη. Ο Σαντρ έφτασε αλλά ο Μπεχεστί δεν πήγε. Αντιθέτως, σύμφωνα με τον Σαλαμέ, ο Μπεχεστί ζήτησε από τον Καντάφι να συλλάβει τον Σαντρ, τον οποίο αποκάλεσε πράκτορα της Δύσης. Και κυρίως, ο Μπεχεστί χαρακτήρισε τον Σαντρ ως «μια απειλή για τον Χομεϊνί».

Πίσω στον Λίβανο, οι κύκλοι του Σαντρ κατηγόρησαν ευθέως τους συμμάχους του Αραφάτ, τον Τζαλαλεντίν Φαρσί και τον Μοχάμαντ Σαλέ Χοσεϊνί. Σύμφωνα με αυτούς τους κύκλους ο Χοσεϊνί είπε σε έναν αξιωματούχο του Κινήματος Αμάλ[2] του Σαντρ, «ο φίλος σου δεν θα επιστρέψει».

Πέρα από την εξόντωση του Σαντρ, η Λιβύη ήταν σημαντική πηγή χρηματοδότησης για τον Χομεϊνί καθώς και για το MEK. Θα αποδεικνυόταν επίσης ένας χρήσιμος σύμμαχος με το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ της νεοσύστατης Ισλαμικής Δημοκρατίας και του Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν, το οποίο αυτοπαρουσιάστηκε ως το ξίφος των Αράβων εναντίον των Περσών που επιδίωκε να συντρίψει τον επεκτατικών αντιλήψεων επαναστατικό της γείτονα.

Οι συμμαχίες ανάμεσα στις φατρίες και οι δολοφονικές αντιπαλότητες που εξελίχθηκαν στον Λίβανο προανήγγειλαν τη μάχη για την εξουσία που έλαβε χώρα κατά τη διετή μεταβατική περίοδο που ακολούθησε τον θρίαμβο της επανάστασης, όταν οι χομεϊνικοί προχώρησαν στην εδραίωση της εξουσίας τους.

Ο Αραφάτ αντιλαμβανόταν ότι οι χομεϊνικοί διέθεταν τη μεγαλύτερη ικανότητα για λαϊκή συσπείρωση στους κόλπους των επαναστατικών δυνάμεων εντός του Ιράν. Αλλά ο Αραφάτ, τέτοιος που ήταν, πάντα φρόντιζε να διατηρεί πολλά κανάλια ανοιχτά ενώ προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί αντιφατικές σχέσεις. Μετά την επανάσταση διατήρησε τους δεσμούς του με το MEK, το οποίο μεταξύ 1979-1981 βρισκόταν σε μια βίαιη διαμάχη με την παράταξη των χομεϊνικών. Αυτή τώρα είχε συγχωνευθεί στο Κόμμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας (IRP) που αυτοπροσδιορίστηκε ως Χεζμπολά, ή το Κόμμα του Θεού.

Ο Χανί Φαχς, ένας Λιβανέζος σιίτης κληρικός που συνεργάστηκε με την Φατάχ ως σύνδεσμος με τους Ιρανούς, εξήγησε πως ο Αραφάτ θεωρούσε τη συνέχιση της σχέσης του με το MEK ως έναν τρόπο να «τσιγκλάει» το νέο Ιρανικό καθεστώς όταν ήθελε κάτι ή όταν ήταν δυσαρεστημένος μαζί τους. Η αποσταθεροποίηση Αραβικών κρατών ήταν μια καθιερωμένη μέθοδος για τον Αραφάτ, την οποία θεωρούσε ότι θα μπορούσε να επαναλάβει με το Ιράν.

Έχει παρατηρηθεί επίσης πως ενώ το νέο Ιρανικό καθεστώς ξεκινούσε επιχειρήσεις για να καταστείλει την Κουρδική εξέγερση το 1980, ο υπουργός Άμυνας της εποχής, Μοσταφά Χαμράν, ο οποίος είχε περάσει ένα διάστημα στον Λίβανο και ήταν στενός σύμμαχος του Μούσα Σαντρ, αναγνώρισε στην εξέγερση τις ίδιες τακτικές ανταρτοπόλεμου που είχε δει να χρησιμοποιούν οι Παλαιστίνιοι και οι σύμμαχοί τους εναντίον της πολιτοφυλακής Αμάλ του Σαντρ στον Λίβανο.

Ωστόσο οι συνεχιζόμενοι δεσμοί του Αραφάτ με το MΕΚ κατά τη διάρκεια της αιματηρής του σύγκρουσης με το IRP και οι προσπάθειές του να αναμιχθεί με τις εσωτερικές ιρανικές υποθέσεις δυσαρέστησαν τον Χομεϊνί, ο οποίος δεν είχε καθόλου υπομονή με τις ακροβασίες του Παλαιστίνιου ηγέτη, και έβλεπε τις ενέργειές του σαν απειλές. Οι απόπειρες της PLO να υπερβεί τα όρια της εντός της ιρανικής πολιτικής σφαίρας τερματίστηκαν αμέσως με τρόπους που συχνά δεν ήταν διακριτικοί.

Ο Φαχς αναφέρει ένα σχετικό επεισόδιο όταν κάποτε προσέφερε την άποψή του κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης μεταξύ του Μοχάμαντ Σαλέχ Χοσεϊνί με τον Τζαλαλεντίν Φαρσί για τις ιρανικές εξωτερικές σχέσεις, και ο Χοσεϊνί τον έβαλε στη θέση του πληροφορώντας τον Φαχς ότι δεν είχε καμία δουλειά να ανακατεύεται με τις ιρανικές υποθέσεις.

Σίγουρα, ο Φαχς ήταν μόνο ένας χαμηλόβαθμος απαράτσικ. Ωστόσο αυτή η στάση επεκτεινόταν στον ίδιο τον Αραφάτ και τους υπαρχηγούς του. Πράγματι, όπως εξηγούσε μια αναφορά της CIA το 1980, τα γραφεία της PLO στο Ιράν παρακολουθούνταν στενά. Το νέο καθεστώς δεν θα επέτρεπε στο Αραφάτ και τους Παλαιστινίους του να γίνουν η ουρά που κουνούσε το σκυλί του Χομεϊνί.

Δεν ήταν μόνο οι προσπάθειες του Αραφάτ να κάνει πολιτική εντός του Ιράν που χάλασαν την σχέση του με τον Χομεϊνί. Από την αρχή, ο Αραφάτ επίσης επεδίωξε να αξιοποιήσει τους δεσμούς του με το νέο καθεστώς επιχειρώντας να μεσολαβήσει στην διάρκειας 444 ημερών κρίση των ομήρων στην Αμερικανική Πρεσβεία. Η ανάμιξη του Αραφάτ εξόργισε τον Χομεϊνί και ενίσχυσε την καχυποψία του για τον Παλαιστίνιο ηγέτη. Όταν ο Αραφάτ έστειλε έναν από τους ανώτερους βοηθούς του, τον Αμπού Ουαλίντ (Σαάντ Σεϊέλ) στην Τεχεράνη για να μεσολαβήσει, μετά από αίτημα των Αμερικανών, ο Χομεϊνί αρνήθηκε να τον δεχθεί.

sel32

Ο Γιασέρ Αραφάτ κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου, 17 Φεβρουαρίου 1979, Τεχεράνη. © Bettmann / Getty Images/ Ideal Image

Ο πόλεμος Ιράκ-Ιράν επιδείνωσε τη δυσχερή θέση του αρχηγού της PLO. Ο Αραφάτ δεν μπορούσε να ταχθεί με το Ιράν και να καταδικάσει το Ιράκ. Αυτό δημιουργούσε τον κίνδυνο απώλειας στήριξης των Αράβων, ιδιαίτερα των πλούσιων κρατών του Κόλπου, τα οποία βοήθησαν στη χρηματοδότηση του Σαντάμ πληρώνοντάς τον εκβιασμό του, και επίσης κάλυπταν τη μερίδα του λέοντος της άμεσης και έμμεσης χρηματοδότησης μέσω δωροδοκιών, πληρωμών και εμβασμάτων για τις ίδιες τις επιχειρήσεις της PLO.

Και πάλι ο Αραφάτ προσπάθησε να διαμεσολαβήσει. Ο Χομεϊνί, απασχολημένος με τη διεξαγωγή ενός πολέμου κατά τον οποίο εκτιμάται ότι σκοτώθηκαν μισό εκατομμύριο στρατιώτες εκ των οποίων η πλειονότητα ήταν Ιρανοί, δεν μπήκε καν στον κόπο να τον δεχθεί αυτή τη φορά. Εάν ο Αραφάτ πίστευε ότι θα μπορούσε να ιππεύσει δύο άλογα ταυτόχρονα, ισορροπώντας το Ιράν ως αντίβαρο εναντίον των Αράβων, σύντομα βγήκε από την πλάνη αυτής της ιδέας.

Έως το τέλος του 1981, ο Αραφάτ είχε ξεκάθαρα χάσει την εύνοια της Τεχεράνης. Για να χειροτερέψουν τα πράγματα, δύο από τους πιο στενούς Ιρανούς συμμάχους του, ο Μοχάμαντ Μονταζερί και ο Μοχάμαντ Σαλέχ Χοσεϊνί, θα δολοφονούνταν εκείνη τη χρονιά – ο πρώτος σε μια βομβιστική επίθεση του MEK, και ο δεύτερος από Ιρακινούς πράκτορες στη Βηρυτό. Ήδη το IRP είχε εδραιώσει την εξουσία του στο Ιράν και είχε θέσει τις αντίπαλες φατρίες στο περιθώριο. 

Παρομοίως, εντός του Λιβάνου, η κυριαρχούσα ιρανική επαναστατική παράταξη, η Χεζμπολά, είχε ήδη αρχίσει να κλωνοποιείται στη χώρα φιλοξενίας της. Οι υπαρχηγοί του Χομεϊνί, όπως ο Χοσεϊνί, αξιοποίησαν τις σχέσεις με την Φατάχ για να στρατολογήσουν νέα στελέχη της Λιβανέζικης σιιτικής νεολαίας (ανάμεσά τους ήταν ένας νέος άνδρας με το όνομα Ιμάντ Μουγκνίγια) υπό τη δική τους σημαία. Οι νεοσύλλεκτοι αυτοί έλαβαν στρατιωτική εκπαίδευση στα στρατόπεδα της Φατάχ, αλλά αποτέλεσαν μέρος ενός ξεχωριστού σχηματισμού χομεϊνικών ο οποίος πήρε το όνομα του ιρανικού προγόνου του.

Το 1982, η PLO κατατροπώθηκε στον Λίβανο από τον Ισραηλινό Στρατό και αναγκάστηκε να αποσύρει την ηγετική ομάδα του[3] με αμερικανική εγγύηση στην Τύνιδα. Έως τότε οι Ιρανοί είχαν ήδη εγκαταστήσει τη δική τους εναλλακτική της PLO δομή στον Λίβανο, επίσημα γνωστή ως Χεζμπολά.

Ο Αραφάτ θα είχε έναν τελευταίο χορό με το Ιράν πριν τον θάνατό του. Μετά την κήρυξη της Δεύτερης Ιντιφάντας εναντίον του Ισραήλ, ο Αραφάτ ζήτησε όπλα από το Ιράν. Αγόρασε ένα φορτηγό πλοίο στον Λίβανο, το Karine A, και οι Ιρανοί το φόρτωσαν με 50 τόνους όπλων. Ο διοικητής της Χεζμπολά Ιμάντ Μουγκνίγια έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην επιχείρηση. Ο Ισραηλινός Στρατός εντόπισε το πλοίο τον Ιανουάριο του 2002.

Η φαντασίωση του Αραφάτ ότι θα κινούσε τα νήματα και θα εξισορροπούσε τους Ιρανούς και τους Άραβες ενώνοντάς τους σε ένα μεγάλο αντιισραηλινό στρατόπεδο περιφερειακών κρατών δεν είχε πολλές πιθανότητες. Ωστόσο η επιθυμία του να δει το Ιράν να υποστηρίζει τον παλαιστινιακό ένοπλο αγώνα είναι τώρα γεγονός, αφού η Τεχεράνη έγινε ουσιαστικά ο κύριος, αν όχι ο μόνος, χορηγός της παλαιστινιακής στρατιωτικής λύσης, μέσω της άμεσης χρηματοδότησης της Ισλαμικής Τζιχάντ και της διατήρησης στρατηγικών και οργανωτικών δεσμών με την Χαμάς.

Δημιουργώντας δεσμούς με τους Χομεϊνικούς, ο Αραφάτ άθελά του κατάφερε το ακριβώς αντίθετο από αυτό που ονειρευόταν. Το Ιράν μετέτρεψε τις παλαιστινιακές παρατάξεις σε πληρεξουσίους του και η PLO υποβιβάστηκε στο τοπικό περιθώριο.  

 

© 2024 Tony Badran / Tablet magazine

Μετάφραση-σημειώσεις: Μιμή Βασιλάκη


Σημ. Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Tablet, 17 Ιανουαρίου 2019.


 

 

[1] Ήταν μεταξύ εκείνων που σκοτώθηκαν στην πολύνεκρη βομβιστική επίθεση τον Απρίλιο του 1983 που κατέστρεψε την Πρεσβεία των ΗΠΑ στη Βηρυτό.

[2] «Κίνημα της Ελπίδας», λιβανέζικο σιιτικό κίνημα και σύμμαχος της Χεζμπολά το οποίο ίδρυσε ο Σαντρ.

[3] Ο ίδιος μετέβη στις 30 Αυγούστου με ελληνικό πλοίο, αφού πρώτα επισκέφθηκε την Αθήνα όπου τον υποδέχθηκε ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου.

banner 970x250 b