σύνδεση

Περί γλωσσικής φιλοξενίας στην μετάφραση

(με αφορμή δύο Ρουμάνους συγγραφείς)
Περί γλωσσικής φιλοξενίας στην μετάφραση Φίλιντα Μπάρλοου, Άτιτλο, 1997, Tate.

 

 

Μίρτσεα Καρταρέσκου, Νοσταλγία, μτφρ. από τα ρουμανικά Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Καστανιώτη, Αθήνα 2021, σελ. 462


Μαξ Μπλέχερ, Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό, μτφρ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς,
Loggia, Αθήνα 2020, σελ. 174

 


Ο μεταφραστής που ετοιμάζεται να μεταφέρει κάποιο λογοτέχνημα από μια συγκεκριμένη «γλώσσα-αφετηρία» (ή «πηγή») προς μια, συγκεκριμένη και πάλι, «γλώσσα-στόχο» (ή «προορισμού»), αλλά και ο μεταφρασεολόγος, όταν καλείται να αξιολογήσει την δουλειά του πρώτου, οφείλουν να λάβουν οπωσδήποτε υπ’ όψιν την παράμετρο της γλωσσικής φιλοξενίας, η οποία «παίζει» (ή δεν «παίζει») ανάμεσα στην εκκίνηση και την κατάληξη του εκάστοτε σχετικού εγχειρήματος.

Για κάποιον που ανήκει σε αμφότερες τις υποομάδες του «σιναφιού», κάτι τέτοιο επαπειλεί να γίνει αφορμή για μακροσκελή pro domo. Υπόσχομαι να αντισταθώ σ’ αυτόν τον πειρασμό όσο πιο σθεναρά γίνεται και, αντί του όποιου απολογητικού λογυδρίου, να καταθέσω προς συζήτησιν ορισμένες πρακτικές επιλογές στις οποίες προέβην σε δύο πρόσφατα μεταφράσματά μου: Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό (Loggia, Αθήνα 2020) και Νοσταλγία (Καστανιώτης, Αθήνα 2021), των Ρουμάνων συγγραφέων Μαξ Μπλέχερ (Max Blecher, 1909-1938) και Μίρτσεα Καρταρέσκου (Mircea Cărtărescu, γ. 1956).

Εντούτοις, δεν μπορώ να προσπεράσω εδώ κάποια ελάχιστα ψήγματα θεωρίας απαραίτητα για την κατανόηση των περαιτέρω σχολίων μου.

1.

Ψήγματα θεωρίας

Αρχής γενομένης από την προαναφερθείσα γλωσσική φιλοξενία (γαλλ. hospitalité langagière)· όρος ο οποίος συζητήθηκε και ερμηνεύτηκε ποικιλοτρόπως, τόσο από φιλοσόφους (Ρικέρ, Ντερριντά), όσο και από γλωσσολόγους. Ο απλούστερος, σχεδόν αυταπόδεικτος ορισμός αυτού αφορά τα στοιχεία εκείνα τα οποία καθιστούν μία γλώσσα επιδεκτική σε κάθε είδους διάδραση, κυρίως δε σε μεταφραστική, με κάποιαν άλλη. Διάδραση η οποία ευνοείται πρωτογενώς από την ύπαρξη ιστορικής συγγένειας μεταξύ των δύο γλωσσών· αλλά και ελλείψει αυτής, υποβοηθείται από παράγοντες όπως η συχνότητα και πυκνότητα των σχέσεων ανάμεσα στους χώρους προελεύσεως και υποδοχής του έργου, ή οι επιδράσεις που αμφότεροι εισπράττουν από τρίτα κέντρα πολιτισμικής ακτινοβολίας.[1]

Κατά την δική μου όμως αντίληψη, η γλωσσική φιλοξενία δεν είναι τόσο ένα δεδομένο, όσο ένα ζητούμενο: ένας στόχος προς τον οποίον τείνει –ή θα έπρεπε να τείνει– κάθε μεταφραστής. Ασχέτως και υπεράνω της «παράταξης» στην οποίαν ανήκει. Δηλαδή:

είτε δηλώνει πηγολάτρης (γαλλ. sourcier, εκ του langue source) και προσπαθεί να διατηρήσει και να μεταβιβάσει την ετερότητα του πρωτοτύπου, και ως εκ τούτου παράγει μεταφράσματα αποξενωτικά (αγγλ. foreignizing) στην γλώσσα-στόχο·

– ή, αντιθέτως, αυτοπροσδιορίζεται ως στοχολάτρης (γαλλ. cibliste, εκ του langue cible), ο οποίος επιδιώκει την ενσωμάτωση των κειμένων-αφετηρίας στο οικείο πολιτισμικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα αφομοιωτικές (αγγλ. domesticating) αποδόσεις αυτών στην γλώσσα υποδοχής.[2]

Έτσι, η γλωσσική φιλοξενία παίζει έναν διαμεσολαβητικό, έως και «συμφιλιωτικό» ρόλο ανάμεσα στις δύο τυπολογικές κατηγορίες μεταφραστών, προκειμένου οι σχετικές πρακτικές τους, από ανταγωνιστικές, να καταστούν συμπληρωματικές. Ωστόσο, για να επιτύχει αυτόν τον στόχο, όποιος καταπιάνεται με τον μεταγλωττισμό κάποιου κειμένου πρέπει να έχει επίγνωση του τι περνά και τι όχι σ’ αυτή την μεταβιβαστική διαδικασία. Συγκεκριμένα:

δεν περνά το εκφραστικό επίπεδο, δηλαδή το σημαίνον της αφετηριακής εκφοράς, το οποίο αντικαθίσταται από το αντίστοιχο κλιμάκιο της γλώσσας-στόχου·

– δεν περνά, επίσης, το γλωσσικό περιεχόμενο του πρωτοτύπου, τουτέστιν το σημαινόμενό του (όπως αυτό διαμορφώνεται μέσα από το σημασιολογικό σύστημα της γλώσσας-αφετηρίας)·

– περνά όμως το κειμενικό περιεχόμενο, το οποίον απαρτίζουν η δήλωση (= αναφορά στην εξωγλωσσική πραγματικότητα) και η σημασία (= προθεσιακή στόχευση του λόγου).[3]

Μετά την παραπάνω εισαγωγή, σειρά έχει, επιτέλους, το καίριο ερώτημα: πώς και κατά πόσον τα ελληνικά μεταφράσματά μου κατάφεραν (ή όχι) να δεξιωθούν «φιλόξενα» τους δύο Ρουμάνους συγγραφείς; Το θέμα είναι αχανές, καθότι αφορά όλες τις επιμέρους συνιστώσες του λογοτεχνήματος, καθ’ έκαστες και στο σύνολό τους.[4] Χάριν συντομίας, όμως, θα περιορίσω δειγματοληπτικά την συζήτηση στο πεδίο του λεξιλογίου (το οποίο είναι άλλωστε και πιο προσιτό).

2.

Μαξ Μπλέχερ

Με αναφορά στο μυθιστόρημα του Μπλέχερ, θα σχολιάσω ένα σημείο του μεταφράσματος όπου η γλωσσική φιλοξενία παραμένει πλημμελής ή, εν πάση περιπτώσει, επιδέχεται βελτίωση. Ο λόγος, συγκεκριμένα, για την φράση:

Am avut întotdeauna o atracție bizară pentru afublările femenine și pentru obiectele artificiale ieftin ornamentate (Întâmplări din irealitatea imediată, Editura Art, Βουκουρέστι 2009, σ. 57)

η οποία αποδίδεται ως εξής:

Ανέκαθεν με γοήτευαν ανεξήγητα τα γυναικεία φτιασίδια, αλλά και τα κάθε είδους φτηνά διακοσμητικά αντικείμενα (Περιστατικά στο εγγύς εξωπραγματικό, Loggia, Αθήνα 2020, σ. 53).

Εστιάζοντας στην λέξη afublările, διαπιστώνω ότι η αντίστοιχη ελληνική φτιασίδια αντικαθιστά επιτυχώς το σημαινόμενο της λεκτικής μονάδας του πρωτοτύπου, με το υλικό και τα μέσα που διαθέτει το σύστημα της γλώσσας-στόχου. Η ίδια μεταφέρει επίσης την προθεσιακή σημασία της πρώτης, αφού και στο μετάφρασμα η ελαφρώς αρνητική παρα- ή συν-δήλωση (connotation) του «φτιασίδια» αντισταθμίζεται ειρωνικά λόγω της θετικής αξιολόγησης που του προσδίδουν τα συμφραζόμενα («Ανέκαθεν με γοήτευαν»... κ.λπ.)

Αυτό που επ’ ουδενί περνά στην μετάφρασή μου είναι η δήλωση του κειμένου-αφετηρίας. Εκεί, το afublările δεν είναι ακραιφνώς ρουμανική λέξη, αλλά παραλλαγή της γαλλικής affublement, εκ του ρήματος (s’)affubler, του οποίου ο ορισμός στα τρέχοντα λεξικά είναι: (s’)habiller dune façon bizarre, ridicule. Η δε παρουσία αυτής εν μέσω κανονικής ρουμανικής φράσεως δηλώνει μια συγκεκριμένη εξωγλωσσική, δηλαδή ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα: Μεσοπόλεμος στην Ρουμανία· εποχή ισχυρών πνευματικών επιδράσεων με προέλευση την Γαλλία· αναπτυσσόμενη μεσαία τάξη και γαλλοσπουδαγμένη διανόηση, τα μέλη της οποίας αναμιγνύουν αυθόρμητα στην ομιλία τους ουκ ολίγους γαλλισμούς.[5]

Δεδομένα τα οποία δεν μπορεί να τα υποψιαστεί ο Έλλην αναγνώστης διαβάζοντας το ισοπεδωτικά αφομοιωτικό «φτιασίδια». Σήμερα θα αποτολμούσα ό,τι δεν τόλμησα τότε (αν και δεν έμεινα άμοιρος του σχετικού πειρασμού): θα προχωρούσα στην δημιουργία νεολεξίας, γράφοντας: «με γοήτευαν […] τα αφουμπλαρίσματα των γυναικών». Από στοχολάτρης θα γινόμουν, λοιπόν, πηγολάτρης.

Ma non troppo. Γιατί, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δείγματα ανάλογης γλωσσικής συμπεριφοράς, με ανάλογο κοινωνικο-πολιτισμικό υπόβαθρο μπορούμε να σταχυολογήσουμε λ.χ. από τις Σάτιρες του Καρυωτάκη ή από τις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη του Σεφέρη. Συγκεκριμένα, η υπόθεση του σεφερικού μυθιστορήματος διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του ’20, εμπλέκει νεαρούς μεσοαστούς άρτι επαναπατρισθέντες ύστερα από σπουδές στην Εσπερία, και για φόντο έχει την ελληνική Πρωτεύουσα σε εξελικτική πορεία παρόμοια με εκείνη της Ρουμανίας, την ίδια περίπου εποχή. Χαρακτηριστικά δε, κάποιο μέλος της αθηναϊκής παρέας, παρουσιάζοντας ένα αυτοσχέδιο, παιχνιδιάρικο στιχούργημά του, το ονομάζει –«α λά Μπλέχερ»– παστίτσιο, εννοώντας όχι το γνωστό, ιταλικής προελεύσεως έδεσμα (εκ του pasticcio), αλλά το γαλλικό pastiche (= χιουμοριστική απομίμηση, παρωδία).[6]

Συμπερασματικά, η μετάφραση που προτείνω εκ των υστέρων, ναι μεν αποξενωτική, δεν παύει λειτουργεί και αφομοιωτικά, αφού, στον χώρο υποδοχής, η σχετική δήλωση παραπέμπει σε μία καθ’ όλα ανάλογη φάση της καθ’ ημάς κοινωνικής ιστορίας και των ελληνικών γραμμάτων.

Δεν είναι, βεβαίως, το μόνο δείγμα του είδους, ούτε το είδος αυτό καθαυτό είναι η μοναδική δυσκολία που αντιμετωπίζει κανείς όταν προσεγγίζει μεταφραστικά το έργο του Ρουμάνου συγγραφέα. Επέμενα όμως στο συγκεκριμένο θέμα διότι θεωρώ την απόδοση της δήλωσης καίρια πρόκληση στην μετάφραση της αφηγηματικής πεζογραφίας. Θα έλεγα μάλιστα ότι, όσο πιο «ρεαλιστική» είναι η αφήγηση τόσο η δήλωση αποκτά αυξημένο βάρος. Πολλώ δε μάλλον όταν οι σχετικές αναφορές στοχεύουν, όχι απλώς στην εξωγλωσσική περιρρέουσα, αλλά στο «άμεσο εξωπραγματικό», και όταν αυτό διοχετεύεται στο έργο μέσα από μια γραφή τόσο ακριβή όπως το διαυγές παραλήρημα του Μπλέχερ.

3.

Μίρτσεα Καρταρέσκου

Η εμπειρία μετάφρασης της Νοσταλγίας του Μίρτσεα Καρταρέσκου στα ελληνικά με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η γλωσσική φιλοξενία συναρτάται πρωτίστως εδώ προς τον βαθμό επίτευξης της σημασίας του πρωτοτύπου.

Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί και επί της αρχής και επί του προκειμένου.

Αφενός μεν, είναι γνωστό ότι η συγκεκριμένη συνιστώσα του «κειμενικού περιεχομένου», εφόσον περνά στο κείμενο-στόχο, του μεταβιβάζει τον προθεσιακό παράγοντα που διέπει το κείμενο-αφετηρία. Κύριο χαρακτηριστικό αυτού είναι, κατά την αντίληψή μου, μια αυτοαναφορικότητα ή οποία, εν πολλοίς, ταιριάζει στον ποιητικό λόγο.

Αφετέρου δε, είναι επίσης γνωστό ότι ο Μίρτσεα Καρταρέσκου θεωρείται κορυφαία μορφή της ρουμανικής ποιητικής «γενιάς του 1980». Τι πιο φυσικό, λοιπόν, ο συγγραφέας της Νοσταλγίας, περνώντας στο στρατόπεδο των πεζογράφων, να έχει φέρει μαζί του όλο το οπλοστάσιο του ποιητή; Από το οποίο η προθεσιακή αυτοαναφορικότητα της σημασίας δεν μπορούσε βεβαίως να λείψει.

Θα «απεικονίσω» τα παραπάνω με δύο μόνον παραδείγματα από τον χώρο, και πάλι, του λεξιλογίου. Και τα δύο προέρχονται από το κομμάτι που φέρει τον τίτλο «Mendebilul» (Nostalgia, εκδ. Humanitas, Βουκουρέστι 2005, σσ. 31-63) και «Ο Λοξοπάλαβος» (Νοσταλγία, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2021, σσ. 41-86), αντιστοίχως.

Δηλωτικό υπόβαθρο της συγκεκριμένης νουβέλας αποτελεί ο χωροχρόνος της παιδικής ηλικίας. Είναι ένας κόσμος παραμυθένιος, μαγικός και μαγευτικός, αλλά διόλου ειδυλλιακός· απεναντίας, ενίοτε φαντάζει απίστευτα σκληρός. Επάνω στο εξωγλωσσικό αυτό βάθος προβάλλουν οι ποιητικές σημασίες που, στην προκειμένη περίπτωση, αφορούν την γλωσσοπλαστική δεινότητα των παιδιών:

– Έτσι, ένα αγορίστικο ομαδικό παιχνίδι, αρκετά βίαιο, έως άγριο, ονομάζεται στο πρωτότυπο vrăjitroaca. Πρόκειται για άπαξ λεγόμενον, όπου όμως ο Ρουμάνος αναγνώστης αναγνωρίζει τα συστατικά “vrăjitoare” (= μάγισσα) και “troacă” (= σκάφη, ειδικά για τάισμα και πότισμα ζώων). Για την απόδοσή του, συνδύασα τις αντίστοιχες λεκτικές μονάδες της γλώσσας-στόχου, δημιουργώντας την νεολεξία μαγισκάφισσα.

– Λιγότερο διαφανές σημασιολογικά είναι το σύνθετο παρωνύμιο Mendebilul, το οποίο φέρει ο επώνυμος χαρακτήρας της νουβέλας. Υποθέτω ωστόσο ότι το καινοφανές μόρφωμα απηχεί την λόγια έκφραση “debil mental” (= άτομο μειωμένης νοημοσύνης), παραλλαγμένη σε παιδικό ιδίωμα. Με την σειρά μου, επέλεξα να προσφύγω σε ανάλογους μηχανισμούς μετασχηματισμού, συγκολλώντας όμως στο μετάφρασμα δύο λέξεις όχι ακριβώς αντίστοιχες, αλλά εννοιολογικά συγγενικές προς εκείνες που χρησιμοποιεί το κείμενο-αφετηρία: “λοξός” + “παλαβός” = Λοξοπάλαβος.

Για μία ακόμη φορά τίθεται το ερώτημα: παρόμοιες επιλογές αρμόζουν άραγε σε στοχολάτρη ή σε πηγολάτρη; Και για μία ακόμη φορά η απάντηση είναι ότι, απλούστατα, το δίλημμα αναστέλλεται. Ενήργησα σαφώς αφομοιωτικά, καθότι εντός της γλώσσας-στόχου. Εξίσου σαφώς ενήργησα όμως και αποξενωτικά, στο μέτρο που προσπάθησα να μεταβιβάσω την προθετικότητα του πρωτοτύπου.

 


 

 

 

[1] Στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ, η γλώσσα-αφετηρία (τα ρουμανικά) και η γλώσσα-στόχος (η νέα ελληνική) δεν έχουν άμεση γενεαλογική συγγένεια. Παρά ταύτα, μεταξύ τους υπάρχουν «οριζόντιες» αναλογίες, οι οποίες εκπορεύονται απ’ αυτό που οι γλωσσολόγοι αποκαλούν «βαλκανικό γλωσσικό δεσμό» (Balkansprachbund). Επιπροσθέτως, κατά τον 18ο κυρίως αι. έλαβε χώρα και απευθείας μια αρκούντως έντονη ελληνο-ρουμανική γλωσσική διάδραση. Εξάλλου, σε προνεωτερικές φάσεις της ιστορίας τους, και οι δύο λαοί μετείχαν πολιτισμικά της «βυζαντινής κοινοπολιτείας» (D. Obolensky: Byzantine Commonwealth), ενώ η νεωτερικότητα αμφοτέρων φέρει το στίγμα παρομοίων δυτικοευρωπαϊκών επιδράσεων.

[2] Η γαλλική ορολογία ανήκει στον Jean-René Ladmiral και η αγγλική στον Lawrence Venuti. Η αντίστοιχη ελληνική, στην αείμνηστη Κατερίνα Κολέτ και στον γράφοντα.

[3] Οι ανωτέρω διακρίσεις ανήκουν στον διάσημο, ρουμανικής καταγωγής, γλωσσολόγο Εουχένιο Κοσέριου (Eugenio Coseriu, 1921-2002), ο οποίος τις έχει αναπτύξει στα πονήματά του: «Lo erróneo y lo acertado en la teoría de la traducción», στον τόμο El hombre y su lenguaje, εκδ. Gredos, Μαδρίτη, 1991 και «Alcances y límites de la traducción», στο περ. LEXIS, XXI, 2, 1997. Στο πρωτότυπο, οι σχετικές έννοιες έχουν, κατά σειρά, ως εξής: expresión, significante, contenido, contenido de lengua, significado, contenido textual, designación και sentido. Η ελληνική ορολογία με την οποίαν προτείνω να αποδοθεί η ισπανική είναι δικής μου εσοδείας και προέρχεται από το βιβλίο μου Μεταφρασεολογικά, εκδ. Διώνη, Αθήνα, 2004.

[4] Πρωτίστως την καθαρά γλωσσική (ηχητική υφή, μορφο-συντακτικό, λεξικο-σημασιολογικό, υφολογικό κ.λπ. επίπεδο)· δευτερευόντως και τις πλείστες όσες άλλες (αξιολογικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικές, ιστορικό-κοινωνικές...) προεκτάσεις του έργου.

[5] Τους οποίους, μετέπειτα, η επίσημη γλώσσα άλλους κράτησε και άλλους απέβαλε.

[6] Πβ. Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, Ερμής, Αθήνα 1987, σ. 50.